Η Ορθοδοξία στην Ελβετία, στην Αυστρία και στη Γερμανία

http://orthodoxweb.blogspot.com

ORTHODOX WEB

Η Ορθοδοξία στην Ελβετία, στην Αυστρία και στη Γερμανία

ORTHODOX CHRISTIANITY – MULTILINGUAL ORTHODOXY – EASTERN ORTHODOX CHURCH – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ​SIMBAHANG ORTODOKSO NG SILANGAN – 东正教在中国 – ORTODOXIA – 日本正教会 – ORTODOSSIA – อีสเทิร์นออร์ทอดอกซ์ – ORTHODOXIE – 동방 정교회 – PRAWOSŁAWIE – ORTHODOXE KERK -​​ නැගෙනහිර ඕර්තඩොක්ස් සභාව​ – ​СРЦЕ ПРАВОСЛАВНО – BISERICA ORTODOXĂ –​ ​GEREJA ORTODOKS – ORTODOKSI – ПРАВОСЛАВИЕ – ORTODOKSE KIRKE – CHÍNH THỐNG GIÁO ĐÔNG PHƯƠNG​ – ​EAGLAIS CHEARTCHREIDMHEACH​ – ​ ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԵԿԵՂԵՑԻՆ​​

ORTHODOX WEB: http://orthodoxweb.blogspot.com – Abel-Tasos Gkiouzelis – Email: gkiouz.abel@gmail.com – Feel free to email me…!

EASTEN ORTHODOX CHURCH – MULTILINGUAL ORTHODOXY

♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ ​

http://greekorthodoxweb1.blogspot.com – Θεία Εξομολόγηση
http://greekorthodoxweb2.blogspot.com – Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb3.blogspot.com – Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb4.blogspot.com – Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb5.blogspot.com – Ερωτήσεις
http://greekorthodoxweb6.blogspot.com – Άγιοι
http://greekorthodoxweb7.blogspot.com – Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb8.blogspot.com – Αγάπη
http://greekorthodoxweb9.blogspot.com – Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb10.blogspot.com – Μεταστροφές στην Ορθοδοξία

<>

Edelweiss… (Ποίημα)

-Εdelweiss…-

Πολλά γράφθηκαν
γιά τή λίμνη
τῆς ψυχῆς μας
πού βρίσκεται ἀνάμεσα
στίς Ἑλβετικές Ἄλπεις,
στά “ὡραῖα αὐτά βουνά” (Δευτ 3, 25)*
ἐκεῖ μέσ’ στήν καρδιά μας…
πού μέ τήν προσευχή φυτρώνουν
τά ὄμορφα edelweiss…!

http://poiimataabel.wordpress.com

Από την Ποιητική Συλλογή „Φύλλα…“

του Άβελ-Αναστασίου Γκιουζέλη

* [σημ.: Δευτερονόμιο 3, 25]

<>

Η μεταστροφή μίας Γερμανίδας τουρίστριας από τον Προτεσταντισμό στον Ορθόδοξο Μοναχισμό

Ἡ Γερμανίδα Μοναχή Γλυκερία τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου μᾶς διηγεῖται τήν μεταστροφή της στην Ορθοδοξία:

“Εἶμαι Γερμανίδα. Ἦρθα ἐδῶ πρίν ἀπό δέκα περίπου χρόνια γιά τουρισμό. Ἀνῆκα στόν Προτεσταντισμό, ἀλλά δέν πίστευα. Ζοῦσα χωρίς κανένα περιορισμό… ἦρθα στήν Πάτμο μέ τό σόρτς, ἡλιοκαμμένη, μέ τό σακίδιό μου στήν πλάτη, μέ μόνη ἐπιθυμία νά περάσω καλά στίς ἔρημες παραλίες τοῦ ὑπέροχου αὐτοῦ νησιοῦ. Ἀλλά ἔτσι, γιά νά ᾽χω ἥσυχη τή συνείδησί μου, εἶπα νά κάνω καί μία “πολιτισμική” ἐπίσκεψι στό Μοναστήρι. Μπῆκα λοιπόν στό σπήλαιο, μετά πῆγα στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί, τελικά, οὔτε ξέρω πῶς, “προσγειώθηκα” ἐδῶ ἕνα ἀπογευματάκι, τήν ὥρα τοῦ Ἐσπερινοῦ. Μπῆκα στήν ἐκκλησία καί παρακολούθησα ὄρθια τήν ἀκολουθία. Νά, ὅμως, πού μοῦ συνέβη κάτι τό ἀπίστευτο, δέν εἶναι εὔκολο νά σᾶς τό περιγράψω, παγιδεύτηκα κυριολεκτικά, μέ κατέλαβε μία μυστηριώδης δύναμι πού ἀνέτρεψε τά πάντα καί γέμισε τήν καρδιά μου μέ γλυκύτητα καί εἰρήνη. Πλημμύρισα ἀπό μία εὐτυχία τέτοια πού μόνο ὁ οὐρανός μπορεῖ νά δώση! Μοῦ ἦταν ἀδύνατον νά φύγω ἀπ᾽ τό παρεκκλήσι. Ἔμεινα μέσα καί δέν ξανάφυγα ποτέ ἀπ᾽ τό Μοναστήρι, ὅπου ἔγινα ἡ ἀδελφή Γλυκερία πού σᾶς μιλάει τώρα!”.

<>

Άγιος Φλωριανός, Μάρτυς στην Αυστρία (+304), Προστάτης των Πυροσβεστών

4 Μαΐου

Γεννήθηκε το 250 μ.Χ. και πέθανε το 304 μ.Χ. Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Μαίου.

Γύρω στο 268 μΧ ο Φλωριανός στρατολογείται από το Ρωμαϊκό στρατό και η στρατολόγησή του συμπίπτει με τις μεγάλες αλλαγές του Αυτοκράτορα Γαλληινού (218 μ.Χ. – 268 μ.Χ.) που επιθυμεί να μετατρέψει το στρατό σε μία αποτελεσματική και γρήγορης αντίδρασης δύναμη έτοιμη να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των ταραγμένων συνόρων της αυτοκρατορίας.

Η στρατιωτική καριέρα του εξελίσσεται γρήγορα και όταν γίνεται λοχαγός του αναθέτουν τη διοίκηση μιας εκλεκτής πυροσβεστικής μονάδας.

Οι ανώτεροί του λένε για αυτόν μόνο τα καλύτερα, ένας άνθρωπος που λύνει προβλήματα, ένας άνθρωπος καλός με τους άνδρες του και σκληρά εργαζόμενος. Γρήγορα προάγεται στο βαθμό του Στρατηγού και του ανατίθεται η διοίκηση της περιοχής Noricum, περιοχή της σημερινής Αυστρίας – Σλοβενίας, από όπου ήταν η καταγωγή του. Στα καθήκοντά του είναι επίσης η συλλογή των φόρων και η τήρηση των νόμων.

Πλέον αυτών των νέων καθηκόντων εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος της οργάνωσης μονάδων με πυροσβεστικά καθήκοντα.

Από την εποχή που ο Αυτοκράτορας Δέκιος (201 μ.Χ. – 251 μ.Χ.) θέλει αυστηρά την επαναφορά της ειδωλολατρίας αρχίζουν και οι διώξεις των Χριστιανών και επιβάλλονται σκληροί τρόποι θανάτωσης (πυρά, σταύρωση, κλπ).

Ο Φλωριανός βαπτίζεται Χριστιανός περί το 284 μΧ και δεν εφαρμόζει την αντίχριστιανική νομοθεσία, παρά τις προτροπές του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού (244 μ.Χ. – 311 μ.Χ.) και του Διοικητού Ακυλίνου. Ο φόβος ήταν ενδεχόμενη χριστιανική εξέγερση κατά της Ρώμης και για το λόγο αυτό χιλιάδες χριστιανοί συλλαμβάνονται και καίγονται τα σπίτια τους.

Ο Φλωριανός γράφει τότε τους περίφημους λόγους του και παραδίδεται στους ανωτέρους του. Παρά τα βασανιστήρια δεν αλλαξοπιστεί και όταν βλέπει τους στρατιώτες να ετοιμάζουν τα ξύλα για τον κάψουν τους καλεί να βάλουν πιο πολλά και πιο ψηλά για να πάει γρηγορότερα η ψυχή του στον επουράνιο Πατέρα. Φοβούμενοι όμως ότι με τη πυρά θα γίνει μάρτυρας αποφασίζουν τελικά να του δέσουν μια πέτρα γύρω από το λαιμό και να τον πετάξουν να πνιγεί στο ποταμό Enns παραπόταμο του Δούναβη. Το άψυχο σώμα του βρίσκει φυλασσόμενο από έναν αετό μια γυναίκα με το όνομα Βαλέρια και το παραδίδει για χριστιανική ταφή στο Linz της Αυστρίας.

Ανακηρύσσεται προστάτης αυτών που καταπολεμούν τη φωτιά με νερό. Πολλές αξιόπιστες πηγές κάνουν λόγο για θαύματα που έκανε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Εκατό χρόνια μετά το θάνατό του ο Χριστιανισμός γίνεται η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο Φλωριανός ανακηρύσσεται Άγιος.

Ο Άγιας Φλωριανός είναι μεταξύ των Πολιούχων Αγίων της Αυστρίας και της Πολωνίας και ο Άγιος Προστάτης των Αυστριακών Πυροσβεστών.

Πηγή:

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com/2018/10/blog-post_31.html

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΕΛΤΙΚΗ & ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

<>

O Γερμανός Klaus Kenneth στην “Ορθοδοξη Μαρτυρία”

Αν υπάρχουν στον 20ό αιώνα κάποιοι άνθρωποι, που τους αξίζει ο τίτλος του «Οδυσσέα του πνεύματος», ένας από αυτούς είναι σίγουρα ο Κλάους Κένεθ. Ταξίδεψε σχεδόν σε όλες τις εκδοχές της παγκόσμιας θρησκευτικότητας. Περιπλανήθηκε στο σκοτάδι, γνωρίζοντας όλες τις μορφές του. Και ανακάλυψε το φως, την ελευθερία και την αγάπη εκεί, όπου ποτέ δεν περίμενε να τα βρει. Αυτή είναι η ιστορία του. Μια στάση στο ταξίδι του ήταν χθες στο νεανικό στέκι της Μητροπόλεως στο Πέρασμα και σήμερα το πρωί στην «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Μας χάρισε μια ώρα όπου είχαμε και μείς την ευκαιρία να ακούσουμε το ταξίδι της ζωής του από το μίσος στην αγάπη, από την σκοτάδι του φόβου στην ελευθερία της αγάπης του Χριστού.

«Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το αφιέρωσα στην αναζήτηση της αγάπης και της αλήθειας, και η πραγματική απόσταση που διήνυσα κατά την πνευματική αυτή διαδρομή προϋπέθετε πολλές περιπλανήσεις ανά τον κόσμο. Πέρασα από την Ινδία, το Θιβέτ και την Ταϊλάνδη, καθώς και από αραβομουσουλμανικές χώρες, όπως ο Ιράν, το Αφγανιστάν, το Μαρόκο και τη Μαλαισία. Ταξίδεψα στην Αλάσκα, στο Μεξικό και στη Βραζιλία, για να δοκιμάσω άλλα συστήματα, περιλαμβανομένων του κομμουνισμού, του αθεϊσμού και της χίπικης κουλτούρας. Επί αρκετά χρόνια μελέτησα ενδελεχώς τις ανατολικές θρησκείες: τον ινδουισμό, το βουδισμό, τον ισλαμισμό, καθώς και την πνευματικότητα των Αμερικανών αυτοχθόνων. Άλλες φορές πάλι, έμπλεξα με τον υπόκοσμο των ναρκωτικών και εισχώρησα στον εσωτερισμό και την απόκρυφη γνώση, περιερχόμενος σε κατάσταση έκστασης. Όμως, τίποτα δεν μπορούσε να γεμίσει το κενό που υπήρχε της ψυχής μου, μέχρι την ημέρα που βρέθηκα αντιμέτωπος με εφτά όπλα. Τότε μόνο –και απροσδόκητα– είχα μια συγκλονιστική κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Άγνωστο σε μένα Θεό. Τότε ήταν που σώθηκα, κατά ένα θαυμαστό, βέβαια, τρόπο.

»Πάντοτε έτρεχα να ξεφύγω από το Θεό, από τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Ήταν ένα ταξίδι στην κόλαση, γεμάτο μίσος και θάνατο, ώσπου να αντικρίσω την αλήθεια για το ποιος πραγματικά ήμουν.

»Άκουσα πολλές φορές να προφέρουν το όνομα του Ιησού και άλλες τόσες φορές Τον απέρριψα και Τον αρνήθηκα. Δεν Τον είχα καθόλου ανάγκη, ή έτσι νόμιζα. Επειδή είναι βέβαιο πως ο ίδιος ο Θεός με αγαπά και με περιβάλλει με τη Χάρη Του, το να πιάνω τον εαυτό μου τώρα να αφηγείται και να τραγουδά για την αγάπη του Θεού, το θεωρώ απίστευτο και θαυμαστό.

»Ίσως κάποιοι στο άκουσμα του ονόματος του Ιησού να μη θελήσουν να διαβάσουν την ιστορία, αντιμετωπίζοντας καθετί παρόμοιο ως «πνευματική ανισορροπία». Αυτός όμως που ειλικρινά αναζητεί την αλήθεια προκειμένου να βρει την αλήθεια, θα διαβάσει την ιστορία αυτή με πολλή προσοχή, αλλά και προς μεγάλη του τέρψη, διαπιστώνοντας πόσο ζωντανή είναι η παρουσία του Θεού και με πόση αγάπη προστατεύει όλους εμάς, κάθε μέρα, κατά την πορεία μας στη ζωή» (Klaus Kenneth)

Ο Κλάους Κένεθ γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1945, τη νύχτα που ο κόκκινος στρατός κατέλυε το Γ΄ Ράιχ. Την παιδική του ηλικία σημάδεψαν οι τεράστιες κακουχίες και η γονεϊκή εγκατάλειψη. Σε νεαρή ηλικία κακοποιείται σεξουαλικά από έναν ρωμαιοκαθολικό ιερέα, πράγμα που τον κάνει να αποστραφεί βαθιά το χριστιανισμό..
Στα εφηβικά του χρόνια εξωθείται σε αντικοινωνικές και αναρχικές συμπεριφορές, απότοκο των οποίων είναι οι συχνές καταδίκες και φυλακίσεις του. τριγυρνά με εφηβικές συμμορίες σε όλη τη Γερμανία και ζει έντονη νυχτερινή ζωή παίζοντας μουσική σε κακόφημα κλαμπ.

Στα μετεφηβικά του χρόνια επιχειρεί να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Τιβίγγης, αλλά γρήγορα εγκαταλείπει τις σπουδές του και βυθίζεται για επτά χρόνια (1967-1973) στον κόσμο των ναρκωτικών. Περιπλανιέται σ’ ολόκληρο τον ανατολικό κόσμο αναζητώντας την αλήθεια και, κυρίως, τη δύναμη να εξουσιάζει τους ανθρώπους, τους οποίους μισεί όλο και περισσότερο. Γνωρίζει τον ισλαμισμό, τον ινδουισμό και το βουδισμό και θητεύει για χρόνια στις τάξεις τους. Μη μπορώντας να βρει λύση στα προσωπικά του αδιέξοδα, ρίχνεται στις καταχρήσεις, ενώ η ενασχόλησή του με τη μουσική δεν αρκεί για να κορέσει τη δίψα του για νόημα ζωής.

Στη συνέχεια καταφεύγει στο λατινοαμερικάνικο αποκρυφισμό και τη μαγεία. Όμως μια απειλή κατά της ζωής του στην Κολομβία τον φέρνει αντιμέτωπο με το όριο της ζωής του. Το 1981, σε ηλικία τριάντα έξι ετών, επιστρέφει στην Ευρώπη, ξαναπιάνει τις σπουδές του και, ολοκληρώνοντάς τις, διορίζεται καθηγητής σε σχολείο. Ταυτόχρονα έρχεται σε επαφή με τον προτεσταντισμό. Μεταστρέφεται σιγά σιγά στο χριστιανισμό και το 1983 γνωρίζει το Γέροντα Σωφρόνιο, ο οποίος γίνεται πνευματικός του πατέρας και σημαδεύει τη μετέπειτα πορεία του.

Το 1986 βαπτίζεται Ορθόδοξος στη Γενεύη και η ζωή του αρχίζει να γίνεται μια διαρκής μαρτυρία του Χριστού. Μεταφράζει στα γερμανικά με την ευλογία του Γέροντα Σωφρονίου το έργο του τελευταίου Η ζωή Του ζωή μου, καθώς και πληθώρα άλλων ορθόδοξων πατερικών έργων. Περιοδεύει σε όλη την Ευρώπη μιλώντας για την Ορθοδοξία και αφηγούμενος την προσωπική του πορεία σε συνέδρια, παρουσιάσεις, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές. Το 2000 ιδρύει την Ακαδημία του Βασιλέως Σολομώντα στην Κένυα, καθώς και το Ίδρυμα του Αγίου Σάββα στη Σερβία. Μέσα από το πρώτο ιδρύει σχολεία και ορφανοτροφεία στην Αφρική, ενώ μέσα από το δεύτερο προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές των ορφανών του πολέμου στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Το 2005 συνταξιοδοτείται από την καθηγητική του εργασία και συνεχίζει μέχρι σήμερα να μιλά και να γράφει για το Χριστό.

Το βιβλίο Χιλιάδες μίλια προς τον τόπο της καρδιάς – Από το σκοτάδι του μίσους στον Γέροντα Σωφρόνιο (Born to Hate – Reborn to Love), εκδ. Εν πλω 2009, αφηγείται τη ζωή του και έχει μεταφραστεί σε επτά γλώσσες. Το πρόσφατο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά έχει τίτλο «Θεοί, Είδωλα, Γκουρού – Από την σκιά της πλάνης στο φώς της Ορθοδοξίας» Κυκλοφορεί και αυτό από τις εκδόσεις εν Πλώ.

<>

Επικαλέσθηκαν τον Άγιο Νικέτιο (St Nicetius) Επίσκοπο Trier της Γερμανίας (+566) όταν ήταν εν ζωή και σώθηκαν απο τρυκυμία

Ἕνας ἄνδρας μέ πολύ μακριά μαλλιά καί γενειάδα πλησίασε τόν Ἅγιο Νικέτιο (St Nicetius) Ἐπίσκοπο Trier της Γερμανίας (5 Δεκ, +566), καί πέφτοντας στα πόδια του, τοῦ εἶπε:

—Εἶμαι ἐκεῖνος, Κύριέ μου, πού βρέθηκε σέ κίνδυνο στήν θάλασσα καί ἀπελευθερώθηκε μέ τήν βοήθειά σου.

Ὅμως, ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ τόν ἐπέπληξε αὐστηρά γιά τήν ἐπιθυμία του νά τόν δοξάση γι᾽ αὐτό, τοῦ εἶπε:

—Πές πῶς σέ ἔσωσε ὁ Θεός ἀπό ἐκεῖνον τόν κίνδυνο, διότι ἡ δύναμί μου δέν θά μποροῦσε νά σώση κανένα.

Ὁ ἄνδρας ἀπάντησε:

—Πρόσφατα, ἔχοντας ἀνέβει σ᾽ ἕνα πλοῖο γιά νά πάω στήν Ἰταλία, μπῆκε μαζί μου καί ἕνα πλῆθος εἰδωλολατρῶν, ἔτσι ὥστε βρέθηκα νά εἶμαι ὁ μόνος Χριστιανός στό μέσον αὐτοῦ τοῦ πλήθους τῶν χωρικῶν. Ξεσηκώθηκε, ὅμως, μία θύελλα, καί τότε ἄρχισα νά ἐπικαλοῦμαι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί νά Τόν ἱκετεύω νά μέ γλυτώση ἀπ᾽ τό θάνατο μέ τήν μεσιτεία σου. Οἱ εἰδωλολάτρες, μέ τή σειρά τους, ἐπικαλοῦνταν τούς θεούς τους: ἕνας τό Δία, ἄλλος τόν Ἑρμῆ, ἄλλος τήν Ἀθηνᾶ, καί ἄλλος τήν Ἀφροδίτη. Καί ὅταν κινδυνεύαμε νά χαθοῦμε, τούς εἶπα: “Ἄνδρες, σταματεῖστε νά ἐπικαλῆσθε αὐτούς τούς θεούς, διότι δέν εἶναι θεοί ἀλλά δαίμονες. Ἄν θέλετε νά βγῆτε ἀπ᾽ τόν κίνδυνο ὅπου βρισκόμασθε, ἐπικαλεσθεῖτε τόν Ἅγιο Νικέτιο (St Nicetius), γιά νά λάβη ἀπό τό Θεό τό ἔλεος νά σωθοῦμε”. Μέ μιά φωνή τότε φώναξαν, μέ τά ἑξῆς λόγια: “Θεέ τοῦ Νικετίου, σῶσε μας!”. Καί τότε ἡ θάλασσα ἡσύχασε ἀμέσως, ὁ ἄνεμος κόπασε, ὁ ἥλιος ἔκανε καί πάλι τήν ἐμφάνισί του, καί τό πλοῖο μας κατευθύνθηκε ἐκεῖ ὅπου θέλαμε. Ὄσο γιά μένα, ὁρκίστηκα νά μήν κόψω τά μαλλιά μου πρίν παρουσιασθῶ ἐνώπιόν σας. Ἔπειτα ὁ ἄνδρας αὐτός, ἀφοῦ ἔκοψε τά μαλλιά του μέ ἐντολή τοῦ Ἐπισκόπου, εφυγε γιά τήν Auvergne της Γαλλίας, ἀπό ὅπου εἶπε ὅτι εἶχε ἔρθει.

Από το βιβλίο: Vita Patrum, Ο Βίος τῶν Πατέρων, τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου της Τούρ, τόμ. 1, Βιβλίο Γ´, ἐκδ. Ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, 2015

<>

Ο πρώην Προτεστάντης Ελβετός π. Symeon Bruschweiler της Μονής του Τιμίου Προδρόμου του Essex Αγγλίας (+2009)

Τη νύχτα της 21ης προς 22α Αυγούστου 2009 εκοιμήθη ο Γέροντας Συμεών Bruschweiler μετά από σύντομη ασθένεια. Ηταν ένας από τους κοντινούς συνεργάτες του Γέροντος Σοφρωνίου Σαχάρωφ κι ένας από τους γνωστούς Πνευματικούς της Μονής αυτής της Αγγλίας.

Ο π. Συμεών Bruschweiler ηταν Ελβετικής καταγωγής και Προτεστάντης. Βαπτίστηκε Ορθόδοξος στα 30 του χρόνια και ήταν ο πιο ηλικιωμένος μοναχός της Μονης του Τιμίου Προδρόμου-Essex και πνευματικό τέκνο του Γέροντος Σοφρωνίου, κτίτορος της Ιεράς Μονής. Ηταν ένας άνθρωπος και πνευματικός πατέρας ζεστός, ανοιχτός, γεμάτος αγάπη ο οποίος προσπάθησε να φέρει τον άνθρωπο της ειδωλολατρικής Νέας Εποχής στην Ορθοδοξία κοινωνοντας το πνεύμα και τις διδαχές του Αγίου Σιλουανου του Αθωνίτου.  Ας δούμε ένα απόσπασμα των λόγων του:

„Σήμερα η απειλή έρχεται με διαφορετικό τρόπο, δια της διεισδυσεως του κοσμικού πνεύματος στην Εκκλησία. Αυτό που λέμε εκκοσμικεύση. Δεν επιτιθενται με την βία ή το Μαρτύριο αλλα προσπαθουν να διαφθείρουν τη σκέψη. Είναι μια ιδεολογία που εξαπλώνεται χωρίς να την βλέπουμε χωρίς να την αισθανόμαστε, αλλά που διεισδύει σε όλους. Αν εμείς δεχτούμε αυτην την ιδεολογία της εκκοσμικευσης, ίσως να μείνουμε Xριστιανοί μόνο εξωτερικά, αλλά εσωτερικά δεν θα ειμαστε Xριστιανοί ουτε στη ζωή μας όυτε στην πίστη μας. Γι᾽ αυτό πρέπει να διατηρησουμε με προσοχή το θησαυρό της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας“.

Πηγή:

https://proskynitis.blogspot.com

https://proskynitis.blogspot.com/2009/08/blog-post_23.html

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

<>

Ορθόδοξες ενορίες στη Γερμανία

http://www.orthodoxie.net/index.php?id=3&L=1

<>

Η μεταστροφή ενός Ελβετού από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

«Ἕνας Ἑλβετός, κάνοντας πορεία στόν Ἄθωνα, βρέθηκε μπροστά σέ μιά καλύβη, πού δέν διέφερε καί πολύ ἀπό ταυροκάλυβο. (Ταυροκάλυβο στό Ὄρος ὀνομάζουν τό χῶρο στόν ὁποῖο σταυλίζουν τά ἀρσενικά βόδια.) Κτύπησε δειλά-δειλά τήν πόρτα. Μιά ἰσχνή φωνή τόν κράζει νά περάση μέσα. Ὁ Γέροντας, καθισμένος στό ξυλοκρέββατο, γύριζε στά δάκτυλά του τό κομποσχοίνι. Ὁ ξένος περιέφερε τά μάτια του στό ξεροκάλυβο καί στό τέλος περιεργάσθηκε τό Γέροντα μέσα στά τρίχινα ἐνδύματά του. Οἱ κουβέντες λεῖπαν ἀπ’ τή γλῶσσα, ἀλλά τά πάντα ἦταν ἐκφραστικά. Ὁ Γέροντας ζῆ τή φτώχεια καί τήν περιφρόνησι. Δέν παίζει μέ τά θεῖα πράγματα, νά κάνη τό σπουδαῖο, γι’ αὐτό παραμένει ἄγνωστος. Ὁ ξένος ἔβγαλε ἀπ’ τό πορτοφόλι του πενῆντα δολλάρια νά δώση στό Γέροντα.

—Ὄχι, δέν θά τά πάρω. Μπροστά ἀπό πολλές μέρες κάποιος μοῦ ἔδωσε εἴκοσι δολλάρια. Αὐτά γιά μένα εἶναι ἀρκετά γιά πολύ καιρό.

Ἦλθε ὁ χειμῶνας καί ὁ ξένος θυμήθηκε τήν καλύβα τοῦ ἀσκητοῦ. Τοῦ ἀπέστειλε ταχυδρομικά ἑκατό δολλάρια γιά τή θέρμανσί του καί τό προσφάγι του. Ὁ Γέροντας σάν τά ’λαβε τά γύρισε πίσω, γιατί ἄλλος τόν πρόλαβε. Ὁ ξένος πάλι τοῦ τά ἔστειλε νά τά δώση σέ πτωχούς ἀδελφούς. Ὁ Γέροντας πάλι τοῦ τά ἐπέστρεψε μέ τήν παράκλησι:

—Ἐσύ δῶσε τα. Μέ τό δικό σου κόπο δέν πρέπει ἐγώ νά φανῶ ἐλεήμων.

Τό καλοκαίρι ὁ Ἑλβετός βαπτίσθηκε Ὀρθόδοξος, ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπ’ τό Γέροντα πώς “μακάριος εἶναι αὐτός πού δίνει καί ὄχι αὐτός πού παίρνει” καί “μή δέχεσαι, ὅταν ἔχης, μήτε ὀβολόν”».

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό, ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (6978461846), Ἀθήνα 2011

<>

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Βονιφάτιος ο Ισαπόστολος της Γερμανίας (5 Ιουνίου, +754) και το Χριστιανικό έλατο της Εορτής της Γεννήσεως του Χριστού

Ο Άγιος Βονιφάτιος (St Boniface, 675 – 5 Ιουνίου 754) ήταν Αγγλοσάξονας ιεραπόστολος, ηγετική προσωπικότητα της Αγγλοσαξονικής Αποστολής στα Γερμανικά τμήματα της Φραγκικής αυτοκρατορίας κατά τον 8ο αιώνα. Εγκαθίδρυσε τις πρώτες οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες σε πολλά μέρη της Γερμανίας. Είναι ο Άγιος Προστάτης της Γερμανίας και αποκαλείται „Απόστολος των Γερμανών“. Γεννήθηκε ως Winfrid (Wynfrith ή Wynfryth) στο βασίλειο του Wessex της Αγγλίας, πιθανότατα στο Crediton.

Καταγόταν από εύπορη αριστοκρατική οικογένεια, εκπαιδεύτηκε θεολογικά από Βενεδικτίνους μοναχούς και σε ηλικία 30 ετών έγινε ιερέας. Το 716 στάλθηκε σε Αποστολή στην Φριζία της Γερμανίας προκειμένου να εκχριστιανίσει τους κατοίκους. Το έργο ήταν δύσκολο γιατί έπρεπε να συνεννοηθεί μαζί τους με την παλιά Αγγλική τους διάλεκτο.

Εκείνοι λάτρευαν την αιωνόβια βελανιδιά, ιερό δέντρο του θεού τους Θωρ πάνω στην οποία έκαναν θυσίες. Θέλοντας να ορίσει στους κατοίκους το τέλος μιας εποχής άρχισε να την πριονίζει, τότε φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και την ξερίζωσε. Αυτό οι Φριζιανοί το θεώρησαν θαύμα και μεταστράφηκαν ομαδικά στον Χριστιανισμό. Στην θέση της αργότερα φύτρωσε ένα έλατο το οποίο οι Χριστιανοί καθόρισαν ως το ευλογημένο δέντρο με αποτέλεσμα να το τιμούν στην Εορτή της Γέννησης του Θεανθρώπου.

Ο Άγιος Βονιφάτιος το 732 ταξίδεψε στη Ρώμη όπου ο Πάπας Γρηγόριος Β’ τον όρισε Αρχιεπίσκοπο ολόκληρης της Γερμανίας στην οποία επέστρεψε βαπτίζοντας χιλιάδες Γερμανούς Χριστιανούς. Στην συνέχεια ο Κάρολος Μαρτέλος έκανε τέσσερεις Επισκοπές στην Γερμανία ορίζοντας τον Άγιο Βονιφάτιο Αρχιεπίσκοπο με έδρα το Μετζ. Ο ίδιος έστεψε αργότερα (751) στο Σουασσόν τον γιό του Καρόλου Μαρτέλου Πιπίνο τον βραχύ βασιλιά των Φράγκων.

Σε μία από τις αποστολές του στην Φριζία συνελήφθη από εναπομείναντες Φρίζιους παγανιστές και θανατώθηκε με βασανιστήρια στο Dokkum της Γερμανίας. Από τα πολλά έργα του διασώθηκαν 40 επιστολές με ενδιαφέρουσες ιστορικές πληροφορίες για την εποχή του.

<>

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994) συζητάει για την Θεοτόκο με έναν Γερμανό Προτεστάντη Πάστορα

Γράφει καί ὁ π. Ἀθανάσιος Σιμωνοπετρίτης:

«Θυμᾶμαι χαρακτηριστικά μία περίπτωσι ἑνός ἑλληνομαθοῦς πάστορος Γερμανοῦ ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει στή Θεσσαλονίκη. Ὁ ἄνθρωπος πάρα πολύ σκανδαλιζόταν γιατί τιμοῦμε τήν Παναγία μας. Ἀφοῦ τόν κέρασε ὁ π. Παΐσιος, τόν ρώτησε:

—Τί δουλειά κάνεις;

—Θεολόγος εἶμαι.

Ὁ διορατικός Γέροντας τόν κοίταξε ἐρευνητικά καί τόν ρώτησε:

—Ἁπλῶς “θεολόγος” εἶσαι ἤ μήπως εἶσαι καί κάτι ἄλλο;

—Ὄχι, εἶμαι καί πάστωρ.

—Ἄ, καλά· Πῶς σοῦ φάνηκε τό Ἅγιον Ὄρος; Σοῦ ἄρεσε;

—Ὅλα μοῦ ἄρεσαν, ἀλλά ἐδῶ πολύ τιμᾶτε τήν Παναγία!

—Γιατί σοῦ κακοφαίνεται αὐτό;

—Αἴ, νά, περισσότερο πρέπει νά τιμᾶτε τό Χριστό.

—Μά, τιμώντας τήν Παναγία, τό Χριστό τιμᾶμε!

— Αἴ, ὄχι πάτερ, δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ἐπέμενε ἐκεῖνος.

Ὁπότε ὁ Γέρων Παΐσιος χρησιμοποιώντας ἕναν ὡραῖο ποιμαντικό τρόπο, τοῦ λέει:

—Ἐσένα ἡ μάνα σου, σόι γυναῖκα δέν εἶναι!

—Ποῦ τήν ξέρεις τή μάνα μου καί τή βρίζεις;

— Αἴ, ὅπως ἐγώ δέν ξέρω τή μάνα σου καί τή βρίζω καί σοῦ κακοφαίνεται, ἔτσι κι ἐμένα μοῦ κακοφαίνεται γιατί δέν ξέρεις τή Μάνα μου τήν Παναγία καί λές τέτοια πράγματα! Ἄντε, τό λοιπόν, νά σοῦ πῶ τί εἶναι ἡ Παναγία…

Ἄρχισε νά τοῦ λέη γιά τήν Παναγία, ἔτσι μ᾽ ἕνα πολύ ὡραῖο τρόπο, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος τά ἔχασε! Μάλιστα, συγκεκριμένα τοῦ εἶπε ἕνα παράδειγμα μ᾽ ἕνα σωλῆνα. Τόν ρώτησε:

— Ἀπό ἕνα σωλῆνα ὅταν περάση τό νερό, ἔχει ὁ σωλήνας αὐτός καμμιά ἀξία;

—Ὄχι, δέν ἔχει καμμιά ἀξία. Ἁπλῶς βοήθησε, πέρασε τό νερό καί ἀπό ᾽κεῖ καί πέρα ὁ ρόλος του τελείωσε· ἀπάντησε ὁ πάστωρ.

Ὁ π. Παΐσιος συνέχισε:

—Ναί, ἡ Παναγία ὅμως δέν εἶναι ἕνας σωλήνας πού ἁπλῶς πέρασε ἀπό μέσα τό Νερό. Εἶναι ἕνας σπόγγος οὐράνιος πού κρατάει συνέχεια τόν Χριστό, γι᾽ αὐτό λέγεται Θεοτόκος, γι᾽ αὐτό κι ἐμεῖς τήν τιμοῦμε!

Μέ αὐτό τό ἁπλό παραδειγματάκι, ὁ ἄνθρωπος δέν ξέρω ἄν πείσθηκε ἀπολύτως, πάντως ξέρω ὅτι εἰρήνευσε καθώς ἔφυγε ἀπό τό Γέροντα».

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ἡ Θεοτόκος, ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (6978461846), Ἀθήνα 2012

<>

Ο Άγιος ερημίτης Μέινραντ (St Meinrad) του Einsiedeln της Ελβετίας και το θαυματουργικό Ορθόδοξο Άγαλμα της Παναγίας (+861)

21 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Μέινραντ (St Meinrad) ο οποίος είναι γνωστός ως „Μάρτυρας της Φιλοξενίας“ ήταν ένας Ορθόδοξος ερημίτης της Ελβετίας και έζησε τον 9ο αιώνα, όταν ολόκληρη η Δυτική Ευρώπη ήταν Ορθόδοξη.

Ο Άγιος Μέινραντ (St Meinrad) γεννήθηκε το 797 στην Ελβετία, στην οικογένεια των Κόμηδων του Hohenzollern και εκπαιδεύτηκε στο σχολείο της Μονής της Νήσου Reichenau, ενός νησιού στη λίμνη Constance της Ελβετίας, κοντά στους συγγενείς του, τους Βενεδεκτίνους Μοναχούς Hatto και Erlebald. Εκεί έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε ιερέας.

Μετά από μερικά χρόνια, γύρω στο 829, έγινε ερημίτης, πέρνωντας μαζί του ένα θαυματουργικό Άγαλμα της Παναγίας το οποίο του είχε δώσει η ηγουμένη Hildegarde του Μοναστηριού της Ζυρίχης.

Επειδή πολλοί άνθρωποι τον αναζητούσαν, το 835 κατέφυγε σε ένα ερημητήριο στο δάσος του Einsiedeln της Ελβετίας. Εμπνευσμένος από τους Πατέρες της Ερήμου, ο Άγιος Μέινραντ (St Meinrad) έκανε αυστηρή άσκηση. Τα δώρα που του είχαν δώσει οι προσκυνητές τα έδωσε στους φτωχούς. Σκοτώθηκε το 861 από τους κλέφτες Ρίτσαρντ και Πέτρο που ήθελαν τους θησαυρούς που οι προσκυνητές του είχαν δώσει.

Κατά τα επόμενα ογδόντα χρόνια στη Σκήτη του έζησαν πολλοί ερημίτες. Ένας από αυτούς, ονομάστηκε Eberhard και έχτισε ένα μοναστήρι, όπου έγινε ο πρώτος ηγούμενός του. Ο Άγιος Μέινραντ (St Meinrad) αρχικά θάφτηκε στο Reichenau, αλλά τα Ι. Λείψανά του επιστράφηκαν στον Einsiedel το 1029.

Η εορτή του είναι 21 Ιανουαρίου.

<>

Γερμανός Προτεστάντης γνώρισε την Ορθοδοξία μέσω Ασυρμάτου

Το Σάββατο 8-8-2009 στην Ιερά μονή Δοχειαρίου στο Άγιον Όρος, μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα, ο Γερμανός Dominik Weiel 40 χρονών Γεωλόγος, αποποιήθηκε τον Προτεσταντισμό και προσήλθε στην Ορθοδοξία, παίρνοντας με το Βάπτισμα το όνομα Μιχαήλ.

Ο Μιχαήλ γνώρισε τον Άθωνα και την Ορθοδοξία, με την επικοινωνία που είχε μέσω ασυρμάτου με τον Ραδιοερασιτέχνη αδελφό της Μονής π. Απολλώ SV2ASP/A που ξεκίνησε από το 1991. Ο έμπειρος Γερμανός Ραδιοερασιτέχνης DL5EBE, φοιτητής τότε, όταν άκουσε για πρώτη φορά τον άπειρο Αγιορείτη μοναχό με το ασθενές του σήμα να κάνει κλήση, έσπευσε να επικοινωνήσει μαζί του και να τον βοηθήσει. Αυτό ήταν η πρώτη αφορμή να έλθει στον Άθωνα να γνωρίσει αυτό τον μοναχό και να οργανώσει τον σταθμό. Η επίσκεψή αυτή έγινε σταθμός στην ζωή του. Γνώρισε τον Γέροντα Γρηγόριο, Καθηγούμενο της Μονής και τους αδελφούς, τους αγάπησε και συνέχισε να επισκέπτεται τη Μονή ακολουθώντας το όλο το καθημερινό πρόγραμμα της.

Όταν τελείωσε τις Πανεπιστημιακές του σπουδές τον προσέλαβε μια Γερμανική εταιρία πετρελαιοειδών με δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο. Για πολλά χρόνια εργάζεται στην Μόσχα και ένεκα τούτου είχε αρκετά χρόνια να επισκεφθεί τον Άθωνα, χωρίς παρόλα αυτά να κόψει την επικοινωνία του. Όλο αυτό το διάστημα πάλευε μέσα του για την αλλαγή του και αποφασισμένος πλέον για το Βάπτισμα πήρε τον δρόμο για τον Άθωνα. Τις ημέρες αυτές συνέπεσε να έχομε πολλές εργασίες στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος. Οι ημέρες περνούσαν και αγωνιούσε για να βαπτιστή. Την Παρασκευή τον ρώτησε πλέον ο Γέροντας, «θέλεις να βαπτιστής»; «Θα ήταν μεγάλη μου χαρά» του απάντησε και αμέσως έλαμψε το πρόσωπό του. Τότε καλέσαμε τον κ. Σταύρο Πωμάκη Αξιωματικό στην Αεροπορία Στρατού, Ραδιοερασιτέχνη, πνευματικό τέκνο της Μονής, ο οποίος αν και ήταν μακριά από το σπίτι του, ολοπρόθυμα δέχθηκε να γίνει ανάδοχος. Σε πολύ λίγο διάστημα όλα ήταν έτοιμα και έτσι το πρωί του Σαββάτου μετά την Θεία Λειτουργία έλαβε το Άγιο Βάπτισμα στο λιμάνι της Μονής εν μέσω όλης της αδελφότητος και των προσκυνητών και πανευτυχής επέστρεψε πλέον στην εργασία του.
Ας ευχηθούμε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο προστάτης της Μονής μας, του οποίου το όνομα έδωσε ο Γέροντας, να τον στηρίζουν στο δύσκολο δρόμο της ζωής που καθημερινά παλεύει.

Πηγή:

https://www.impantokratoros.gr/11BEBD99.el.aspx

<>

Η Αγία Ούρσουλα (St Ursula) και οι Αγίες 10 Παρθένες της συνοδίας της, Μάρθα, Σαούλη, Μπρικτόλα, Γρηγορία, Σατουρνίνα, Σαββατία, Σεντία, Παλλαδία, Σατουρία και Πιννόζα οι οποίες μαρτύρησαν στην Κολωνία (Cologne) της Γερμανίας, από Μ. Βρεταννία (+383)

21 Οκτωβρίου

Η Αγία Ούρσουλα ήταν πριγκίπισσα και υπήρξε θυγατέρα του βασιλέα Δονάτου της Δουμνονίας της νοτιοδυτικής Αγγλίας και είχε καταγωγή Ρωμαιοβρετανική.

Το όνομα Ούρσουλα προέρχεται από το λατινικό ursus που σημαίνει άρκτος. Επομένως το όνομα Ursula σημαίνει μικρή άρκτος (μικρή αρκούδα).

Και οι δύο γονείς της ήταν ευσεβείς χριστιανοί και καλόγνωμοι και μεγάλωσαν την νεαρή Ούρσουλα με τίμιες και χριστιανικές αρχές. Η Αγία από μικρής ηλικίας διακρινόταν για την ομορφιά της αλλά και τον αγώνα για την απόκτηση των ευαγγελικών αρετών έτσι ώστε μεγαλώνοντας έγινε περιζήτητη για το κάλλος και τον ενάρετο βίο της. Εκείνη η μακαρία σκεπτόταν την ολοκληρωτική της αφιέρωση στον Ιησού Χριστό γνωρίζοντας για τους Παρθενώνες όπου ευλαβείς γυναίκες ζούσαν με κοινοβιακή άσκηση και συνάμα κοινωνική αποστολή.

Ταυτόχρονα οι γυναίκες της Βρετανικής Εκκλησίας διακρίνονταν για την πίστη και την ευσέβειά τους και ιδιαιτέρως οι βασιλικές οικογένειες της Μεγάλης Βρετανίας εκόσμησαν την Εκκλησία του Χριστού κατά την πρώτη χιλιετία του Χριστιανισμού με πάνω από 50 Άγιες Βασίλισσες, πριγκίπισσες, Μάρτυρες και Οσίες Ασκήτριες. Όντας φορέας μιας αγίας ανατροφής που ακολουθούσε πιστά μια παράδοση σεμνών και ευσεβών γυναικών της πατρίδας της ποθούσε τον παρθενικό βίο.

Κατ’ εντολή όμως του πατέρα της έπλευσε με σκοπό να συναντήσει τον μέλλοντα σύζυγό της, τον παγανιστή κυβερνήτη της Αρμορικής (Βρετάνη) Κόναν Meriadoc. Στο ταξίδι της τήν συνόδευαν δέκα εκλεκτές παρθένες από τα ανάκτορα, οι ευσεβείς Μάρθα, Σαούλη, Μπρικτόλα, Γρηγορία, Σατουρνίνα, Σαββατία, Σεντία, Παλλαδία, Σατουρία και Πιννόζα.

Παρ’όλα αυτά μια θαυματουργική καταιγίδα τις μετέφερε σε μια μέρα μόνο σ’ένα λιμάνι της Γαλλίας όπου η Αγία Ούρσουλα ανεκοίνωσε πως προ του γάμου της θα πραγματοποιούσε ένα πανευρωπαϊκό προσκύνημα. Μετέβη στην Ρώμη με την ιερά ακολουθία της και έπεισε τον πάπα Κυριακό και τον ηγούμενο της Ραβέννας Σουλπίκιο να συμμετάσχουν και αυτοί στο προσκύνημα.

Κατά τη διάρκεια το προσκηνηματικού ταξιδιού τους η Αγία Ούρσουλα και η συνοδία της αιχμαλωτίζονται στην Γαλλία κατά την εκστρατεία του στρατηγού της Βρετανίας Φλάβιου Κλήμεντος Μαξίμου που ήθελε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα της Δύσεως Γρατιανό κατά το έτος 383. Για να πείσει τους στρατιώτες του να συμπράξουν στην θέλησή του, τους υποσχέθηκε ότι θα τους εξασφάλιζε λάφυρα, συζύγους και ιδιοκτησία. Έτσι σύναξε αμέτρητες παρθένους από την Μεγάλη Βρετανία με εντολή να μεταφερθούν στην Βρετάνη της Γαλλίας.

Λόγω θύελλας τα καράβια με το έμψυχο φορτίο δεν αγκυροβόλησαν στην ακτή της Βρετάνης και έτσι οδηγήθηκαν βορειότερα στις εκβολές του Ρήνου ποταμού και έφθασαν στην Κολωνία της Γερμανίας. Μετά από σύντομη παραμονή στην Βασιλεία της Ελβετίας και την Ρώμη οι παρθένες επέστρεψαν στην Κολωνία κατά την εποχή που την πολιορκούσαν ορδές βαρβάρων.

Οι ασεβείς εκείνοι άνδρες όρμησαν για να τις μολύνουν και να τις κακοποιήσουν. Επειδή όμως εκείνες αντιστάθηκαν σθεναρά όλες μαζί με προεξάρχουσα την Αγία Ούρσουλα μαρτύρησαν από τα χέρια τους αφού τοξεύθηκαν με φαρμακερά βέλη. Τότε οι αιμοσταγείς δολοφόνοι των παρθένων και οι υπόλοιποι βάρβαροι που την πολιορκούσαν την Κολωνία, εγκατέλειψαν την πόλη διότι τους κατέλαβε ένας μυστηριώδης φόβος. Αισθάνθηκαν μια τεράστια στρατιά να τους καταδιώκει επιθετικά. Έκτοτε η Αγία Ούρσουλα τιμάται ως ελευθερώτρια και πολιούχος της πόλεως που υπέγραψε με το άχραντο παρθενικό και μαρτυρικό αίμα της το συμβόλαιο σωτηρίας της Κολωνίας. Ήταν τότε η 21η Οκτωβρίου του 383, η καθιερωθείσα πλέον ημέρα μνήμης της Αγίας και της Συνοδίας της.

Από το βιβλίο: Σιμωνοπετρίτου Μακαρίου Ιερομονάχου, Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Οκτώβριος, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2004

<>

Η θαυμαστή μεταστροφή μίας Ρωμαιοκαθολικής Γερμανίδας από τον Άγιο Πατάπιο στο Λουτράκι

Ο Γέροντας Μαρτινιανός από την Καλύβη «Άγιοι Πάντες», στην Καψάλα, της Ι. Μονής Παντοκράτορος, είχε συγγενή μετανάστη στη Δ. Γερμανία, από την οποία πριν λίγα χρόνια επέστρεψε ως συνταξιούχος. Ο συγγενής του ονομάζεται Γεώργιος Ζ. και στη Γερμανία ενυμφεύτηκε Γερμανίδα σύζυγο Ρωμαιοκαθολική, χωρίς εκείνη να βαπτισθεί πριν με το Ορθόδοξο Βάπτισμα. Ετέλεσαν, βέβαια, γάμο σε Ορθόδοξο Ι. Ναό και τα δύο παιδιά τους τα βάπτισαν με το Ορθόδοξο Βάπτισμα, αλλά η σύζυγος παρέμεινε Ρωμαιοκαθολική, αν και εκκλησιαζόταν και σε Ορθόδοξους Ναούς.

Αφού επέστρεψαν στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1985 πήγαν για παραθερισμό στο Λουτράκι Λορινθίας και από εκεί ανέβηκαν μια μέρα και στη Μονή του Οσίου Παταπίου να προσκυνήσουν τον Όσιο. Πρώτος εισήλθε στο Ι. Σπήλαιο ο σύζυγος, ο οποίος και προσκύνησε. Αλλά ενώ εισήλθε και η Ρωμαιοκαθολική σύζυγος και επλησίασε να προσκυνήσει, ευρέθηκε κάτω λιπόθυμη! Την έπιασε αμέσως στα χέρια του ο σύζυγος και με τη βοήθεια και άλλων παρευρισκομένων προσκυνητών την έβγαλαν έξω και τη βοηθούσαν να συνέλθει. Αφού συνήλθε, την ερώτησαν τι της συνέβη, κι εκείνη με έκπληξη απάντησε:

«Καλά δεν είδατε, δεν ακούσατε; Ο Άγιος με έσπρωξε και μου είπε: “Πώς εσύ, αιρετική, με πλησιάζεις;”»

Και από τη στιγμή αυτή μόνη της ζήτησε να βαπτισθεί Ορθόδοξη, όπως και έγινε ύστερα από σχετική κατήχησή της στην Ενορία της.

Τώρα πια ως Ορθόδοξη επισκέπτεται με ευλάβεια το Ι. Σπήλαιο του Οσίου και προσκυνεί το Ι. Λείψανο με πόθο και ευγνωμοσύνη. Γιατί αφότου έλαβε το Ορθόδοξο Βάπτισμα, αισθάνεται άλλος άνθρωπος!

«Όταν προσεύχομαι», μας είπε, «αισθάνομαι το Θεό δικό μου, Πατέρα μου, ενώ πριν δεν αισθανόμουν τίποτε. Τώρα ανάβω το καντήλι στο Εικονοστάσι, ετοιμάζω πρόσφορο, μεταλαμβάνω, διαβάζω βίους Αγίων και η ψυχή μου αισθάνεται το Θεό κοντά της. Να, πώς να σας το πω; Κάτι πολύ διαφορετικό από πριν, μια βεβαιότητα ότι είμαι κοντά στο Θεό. Και αυτό το οφείλω στον Άγιο Πατάπιο, που τον ευχαριστώ».

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ», έκδοση της Ιεράς Μονής Λουτρακίου

<>

Αγία Βαλμπούργκα (St Walburga) η Αγγλίδα, ηγουμένη της Μονής του Heidenheim Γερμανίας (+779)

25 Φεβρουαρίου, 1 Μαρτίου & 21 Σεπτεμβρίου

Η Αγία Βαλμπούργκα (St Walburga) ήταν κόρη του Αγίου Ρίτσαρντ (St Ritchard) του Wessex της Αγγλίας και της Winna και αδελφή των Αγίων Winebald και Willibald.

Μεγάλωσε με την ηγουμένη Tetta του Wimborne της Αγγλίας και το 748 η ηγουμένη την έστειλε μαζί με τήν Αγία Λιόμπα (St Lioba) στη Γερμανία.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού το πλοίο τους βυθίστηκε στη θάλασσα και οι προσευχές της Αγία Βαλμπούργκα (St Walburga) έσωσαν τη ζωή όλων, και μέχρι σήμερα, θεωρείτε προστάτιδα των ναυτικών μαζί με τον Άγιο Νικόλαο Μυρών Λυκίας.

Πέρασε από το Antwerp στο δρόμο της για τη Γερμανία, και μέχρι σήμερα είναι η προστάτιδα της πόλης. Για την ακρίβεια, η εκκλησία στο Antwerp χρησιμοποιούταν για να γιορτάζουν τη μνήμη της τέσσερις φορές το χρόνο.

Σύντομα έγινε ηγουμένη του Heidenheim. Οι ωραίοι τρόποι της, η σιωπή της, η θέληση της για μάθηση και η ταπεινοφροσύνη της την έκαναν αγαπητή σε όλους.

Έναν καιρό ο Θεός την οδήγησε στο σπίτι ενός βαρόνου που ζούσε κοντά στο μοναστήρι της και του οποίου η κόρη ήταν ετοιμοθάνατη. Δεν θέλησε να πει ποια ήταν και να μπει στο σπίτι αλλά στάθηκε ντυμένη με τα φτωχικά της ρούχα στην πόρτα ανάμεσα στα άγρια τσοπανόσκυλα. Ο βαρόνος βλέποντας την εκεί, να κινδυνεύει να την κατασπαράξουν τα άγρια σκυλιά του, ρώτησε με απότομο τρόπο να μάθει ποια ήταν και τι ήθελε. Η Αγία είπε πως δεν χρειάζεται να φοβάται, γιατί Αυτός που την έφερε ασφαλή μέχρι εκεί θα την πήγαινε με ασφάλεια πίσω στο σπίτι. Του είπε επίσης πως ήρθε σαν γιατρός στο σπίτι του και θα θεράπευε την κόρη του εάν πίστευε στον μεγάλο Ιατρό, το Χριστό. Πρόσθεσε επίσης πως τα σκυλιά δεν θα την αγγίξουν.

Ο βαρόνος ξαφνιάστηκε όταν έμαθε το όνομα της και ρώτησε για ποιο λόγο μια τόσο ευγενείς γυναίκα και τόσο μεγάλη δούλη του Θεού στεκόταν έξω από την πόρτα του και την οδήγησε μέσα στο σπίτι με μεγάλο σεβασμό. Το κορίτσι ήταν ετοιμοθάνατο και η Αγία Βαλμπούργκα (St Walburga) πέρασε όλη τη νύχτα δίπλα της προσευχόμενη.

Το πρωί το κορίτσι θεραπεύτηκε χάρη στις προσευχές της Αγίας και η Αγία την πήγε στους γονείς της. Προσπάθησαν να της δώσουν δώρα όμως η Αγία δεν δεχόταν τίποτα και επέστρεψε περπατώντας στο μοναστήρι.

Η Αγία Βαλμπούργκα (St Walburga) κοιμήθηκε οσιακά στις 25 Φεβρουαρίου 779 και στις 21 Σεπτεμβρίου του 870, τα Ι. Λείψανά της μεταφέρθηκαν πανηγυρικά. Από το 893 και μέχρι σήμερα, τα άφθαρτα λείψανα της αναδύουν μια γλυκιά μυρωδιά μύρου, ειδικά στο σημείο όπου βρίσκεται η καρδιά.

Πηγή:

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr/2013/10/walburga.html

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.gr/2017/03/walburga.html

Ορθόδοξη Κελτική & Αγγλοσαξονική Εκκλησία

<>

Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus), ηγούμενος της Μονής Fulda Γερμανίας, ερημίτης στη Ρωσία και Επίσκοπος Mainz Γερμανίας, Συγγραφέας Συναξαριστή Αγίων (+856)

4 Φεβρουαρίου

Ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος της Γερμανίας και έζησε τον 9ο αιώνα. Γεννήθηκε το 784 στο Mainz της Γερμανίας και σε νεαρή ηλικία έγινε Μοναχός στη Μονή της Fulda της Γερμανίας.

Ως μοναχός της Μονής Fulda της Γερμανίας εργάστηκε στη βιβλιοθήκη της Μονής.

Αναζητώντας μια λεπτομερή κατανόηση της Αγίας Γραφής, σπούδασε ελληνικά, εβραϊκά, συριακά, και τα Γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν επέτρεψε στις πολλές ώρες των σπουδών του να τον κρατήσουν μακρυά από τα καθημερινά πνευματικά του καθήκοντα.

Το 801 χειροτονήθηκε Διάκονος και στη συνέχεια σπούδασε στην Tours της Γαλλίας κοντά στον φημισμένο και ενάρετο λόγιο Αλκουΐνο και πήρε το όνομα Μαύρος (Maurus) στη μνήμη του αγαπημένου μαθητή του Αγίου Βενέδικτου.

Έπειτα επέστρεψε στην Fulda σε ένα από τα μεγάλα κέντρα του Χριστιανικού κόσμου της εκπαίδευσης και το 814 χειροτονήθηκε ιερέας. Το 822 εξελέγη ηγούμενος της Μονής της Fulda όπου υπηρέτησε μέχρι το 842.

Ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) έδειξε μεγάλη αφοσίωση στους Αγίους και είναι ο συγγραφέας και συντάκτης ενός Συναξαριστή Αγιών.

Υπήρξε μεγάλος Απολογητής κατά των αιρέσεων και η αποστροφή του πρός τις αιρέσεις ήταν τόσο μεγάλη που έλεγε ότι οι υποστηρικτές των αιρέσεων μοιάζουν με τον Αντίχριστο.

Ύστερα ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) πήγε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας για να ζήσει ζωή απομόνωσης και προσευχής μέχρι το 847 όπου και τον χειροτόνησαν Επίσκοπο του Mainz της Γερμανίας.

Ο Άγιος Ραβάνος-Μαύρος (St Rabanus Maurus) ως Επίσκοπος στο Mainz της Γερμανίας ήταν γνωστός και αγαπημένος για την έντονη φιλανθρωπία του. Υπερασπίστηκε τα δικαιώματα της Εκκλησίας και διευκρίνισε μέσω των Ιερών Συνόδων τα δόγματα της Εκκλησίας.

Επίσης, ως Επίσκοπος αφιερώθηκε στο κήρυγμα του Λόγου του Θεού και ζητούσε την μετάνοια και επιστροφή των αμαρτωλών στο Θεό.

Η γενναιοδωρία του προς τους φτωχούς ήταν μεγάλη και το 850 που εκδηλώθηκε ένας μεγάλος λιμός τροφοδοτούσε καθημερινά τριακόσους άπορους από το δικό του τραπέζι.

Αντίθετα, με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και ποτέ δεν έτρωγε κρέας, ούτε έπινε κρασί.

Θεωρείται ένας από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους και μεγαλύτερους επιστήμονες της εποχής του και είναι ο συγγραφέας πολλών Λειτουργικών βιβλίων της Εκκλησίας.

Κοιμήθηκε οσιακά το 856.

<>

Άγιος Άβελ Επίσκοπος Reims Γαλλίας, ηγούμενος στη Μονή του Lobbes Βελγίου, από Ιρλανδία (+751)

Ιεραπόστολος Γαλλίας και Γερμανίας

5 Αυγούστου

Ο Άγιος Άβελ (St Abel) είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος που γεννήθηκε στην Ιρλανδία και ήταν ιεραπόστολος Κληρικός που συνόδευε τον Άγιο Βονιφάτιο στις Αποστολές του προς την Ευρωπαϊκή ήπειρο και ιδιαιτέρως στην Γαλλία και στην Γερμανία. Στην Σύνοδο της Soissons της Γαλλίας ο Άγιος Άβελ ο Ιρλανδός επιλέχτηκε ως Αρχιεπίσκοπος Reims της Γαλλίας από τον Ορθόδοξο Πάπα της Ρώμης Άγιο Ζαχαρία.

Ο Άγιος Άβελ ο Ιρλανδός ως Επίσκοπος Reims έμεινε μόνο τα έτη 744-748 γιατί ο έκπτωτος Επίσκοπος Milo του σφετερίσθηκε την Επισκοπική θέση και τον έδιωξε. Έτσι, ο Άγιος Άβελ από ταπείνωση αποσύρθηκε σε ένα Μοναστήρι στο Lobbes του Βελγίου όπου τον έκαναν ηγούμενο της Μονής. Κοιμήθηκε εκεί το 751 με το «άρωμα της αγιότητας».

Ο Άγιος Άβελ είναι ένα από τους πιο αγαπημένους Αγίους της Ευρώπης και τιμάται ως προστάτης των τυφλών και των χωλών.

<>

Η μεταστροφή μίας Ρωμαιοκαθολικής Ελληνικής οικογένειας στην Ορθοδοξία

Με­τά φό­βου Θε­οῦ ἀλ­λά καί μέ θερμή πα­ρά­κλη­ση πρός τόν Θεό νά μέ φω­τί­σει νά ἐκ­φρά­σω σω­στά τό πιό ση­μαν­τι­κό βίω­μά­ μου· τή με­τα­στρο­φή μου στήν Ὀρ­θο­δο­ξία.

Ὁ παπ­πο­ῦς μου, Ἰ­τα­λός στήν κα­τα­γω­γή, ἀ­πό τήν Σι­κε­λί­α καί ἀρ­χι­τέ­κτο­νας στό ἐ­πάγ­γελ­μα βρέ­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νο­ύ­πο­λη. Στά τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώνα ὁ Σουλ­τά­νος τόν ἔ­στει­λε στή Θεσ­σα­λο­νί­κη γιά νά κτί­σει δη­μό­σια κτή­ρια. Στή Θεσσαλονί­κη, ἡ ὁποία ἀ­νῆ­κε τό­τε στήν Ὀ­θω­μα­νι­κή Αὐ­το­κρα­τορί­α, ἔ­ζη­σε ἕ­ως τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Ἕ­να ἀ­πό τά ὀ­κτώ παι­διά του ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου. Κι ἐ­γώ γεν­νή­θη­κα στή Θεσσαλονί­κη, ὅ­που σπο­ύ­δα­σα καί δη­μι­ο­ύρ­γη­σα οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­πό παι­δί προ­σπα­θοῦ­σα νά ἀν­τα­πο­κρί­νο­μαι στά θρη­σκευ­τι­κά μου κα­θή­κον­τα.

Κα­θώς φοι­τοῦ­σα στό γαλ­λι­κό σχο­λεῖ­ο Δε­λα­σάλ, ἡ κα­τή­χη­ση ἦ­ταν ἀ­πα­ρα­ί­τη­τη, δι­ό­τι τήν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ σχο­λε­ί­ου τήν εἶ­χαν μο­να­χοί Ρωμαιοκα­θο­λι­κοί. Κάποια ἡ­μέ­ρα κα­τέ­φθα­σε ἕ­νας Ρωμαιοκα­θο­λι­κός ἱ­ε­ρέ­ας καί ἔ­κα­νε συ­ζή­τη­ση μέ ἔ­φη­βους Ρωμαιοκα­θο­λι­κο­ύς. Κά­λε­σαν κι ἐ­μέ­να. Κατά τή συ­ζή­τη­ση μέ ρώ­τη­σε ἄν θέ­λω νά γί­νω ἱε­ρέ­ας. Ἀπάντησα ἀρνητικά. Παρό­λο πού μέ συγ­κί­νη­σε ἡ πρό­τα­ση, ἀρ­νή­θη­κα.

Σπο­ύ­δα­σα ἰ­α­τρι­κή στό Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσσαλονί­κης καί νυμφεύτηκα Ἑλ­λη­νί­δα ὀρ­θό­δο­ξη. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δέν εἴ­χα­με προ­στρι­βές ἐξαι­τί­ας τῆς δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τάς μας στό δόγμα.

Με­τά τόν γά­μο βρε­θή­κα­με στήν Ἑλ­βε­τί­α, ὅ­που ἄ­νοι­ξα ἱ­α­τρεῖ­ο. Ἐ­κεῖ ἀ­πο­κτή­σα­με δύ­ο κό­ρες οἱ ὁ­ποῖ­ες βα­πτί­στη­καν Ρωμαιοκα­θο­λι­κές. Συ­νο­λι­κά ζή­σα­με στήν Ἑλ­βε­τί­α ἕν­δε­κα χρό­νια.

Ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς δι­α­μο­νῆς μας στήν Ἑλ­βε­τί­α ἦ­ταν νά χα­λα­ρώ­σου­με κά­πως στά θρη­σκευ­τι­κά μας κα­θή­κον­τα. Ὁ φι­λε­ύ­σπλα­χνος Θε­ός ὅ­μως μᾶς λυ­πή­θη­κε, μᾶς κά­λε­σε κοντά Του, καί μᾶς ὑ­πεν­θύ­μι­σε ὅ­τι δί­χως ἀ­γώ­να θά με­ί­νου­με ἐκτός νυμφῶνος. Ἀλ­λά πῶς μᾶς κά­λε­σε, ἄς μέ φω­τί­σει ὁ Πανάγαθος, νά σᾶς τό με­τα­φέ­ρω σω­στά στή συ­νέ­χεια.

Ἔπειτα ἀπό ἕν­δε­κα χρό­νια ξε­νι­τειᾶς ἐ­πι­στρέ­ψα­με στήν πα­τρί­δα. Κα­τοι­κία καί ἰ­α­τρεῖ­ο στή Θεσ­σα­λο­νί­κη. Παρό­λο πού ὅ­λα πή­γαι­ναν πο­λύ κα­λά, με­τά ἀπό τέσ­σε­ρα χρό­νια ἀ­πο­φα­σί­σα­με νά ἐγ­κα­τα­στα­θοῦ­με στά Ν. Μου­δα­νιά Χαλ­κι­δι­κῆς. Αὐ­τό ἔ­γι­νε, δι­ό­τι μᾶς συ­νέ­βη κά­τι ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κό καί ἀ­νε­ξή­γη­το. Καί σή­με­ρα ἀ­κό­μη ἀ­πο­ροῦ­με. Προ­σω­πι­κά ὅ­μως ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι, ἄν δέν γι­νό­ταν ὅ­λα αὐ­τά, πῶς θά γνώ­ρι­ζα τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Τό σχέ­διο ὅ­μως τοῦ Θε­οῦ προ­χω­ροῦ­σε καί μᾶς ἔ­δει­χνε τόν δρό­μο πού ἔ­πρε­πε ν᾿ ἀ­κο­λου­θή­σου­με.

Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἡ πα­ρου­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται πιό αἰ­σθη­τή στό σπί­τι μας μέ τό ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό: Ὁ Θε­ός πῆ­ρε τή για­γιά τῆς συ­ζύ­γου μου καί στό σπί­τι μας ἦλ­θε ἡ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας Ὁ­δη­γή­τριας. Τήν εἰ­κό­να ὁ παπ­πο­ύς της τή βρῆ­κε μέ θαῦ­μα, θαμ­μέ­νη στή γῆ. Ἡ σύ­ζυ­γος με­γά­λω­σε μέ τήν πα­ρου­σί­α αὐ­τῆς τῆς εἰ­κό­νας καί ἔ­ζη­σε κά­ποι­α θα­ύ­μα­τά της καί ἐν συνεχείᾳ αἰ­σθαν­θή­κα­με καί οἰ­κο­γε­νεια­κῶς τή χά­ρη Της. Ἡ Πα­να­γί­α Ὁ­δη­γή­τρια μέ τή χά­ρη Της καί τήν πρε­σβε­ί­α Της μέ βο­ή­θη­σε νά βά­λω τέλος στήν ἀ­να­ζή­τη­σή μου, ἄν δηλαδή θά παραμείνω Ρωμαιοκαθολικός ἤ θά μεταστραφῶ στήν Ὀρθοδοξία. Πῶς ἔ­γι­νε αὐ­τό, θά τό δοῦ­με πιό κά­τω.

Οἱ κό­ρες μου φοι­τοῦ­σαν στά μέ­σα τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ Σχο­λε­ί­ου. Γιά ἐκ­κλη­σια­σμό τίς πή­γαι­να, ὅ­σο ἦ­ταν δυ­να­τόν, στήν Ρωμαιοκα­θο­λι­κή ἐκ­κλη­σί­α στή Θεσσαλονί­κη. Γιά δέ τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση ἐρ­χό­ταν Ρωμαιοκα­θο­λι­κός ἱ­ε­ρέ­ας γιά το­ύς Ρωμαιοκα­θο­λι­κο­ύς τῆς γύ­ρω πε­ρι­ο­χῆς καί ἡ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση γι­νό­ταν στό ἰα­τρεῖ­ο.

Ἐ­πει­δή μέ τή σύ­ζυ­γο ἀ­πό παι­διά πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με κα­τη­χη­τι­κό σχο­λεῖ­ο, ἀ­πο­φα­σί­σα­με νά στείλουμε καί τίς κό­ρες μας. Δέχτηκα νά πᾶ­νε στά Μου­δα­νιά, ἐ­άν τίς δέ­χον­ταν ὡς κα­θο­λι­κές πού ἦ­ταν. Δέν εἶ­χε ὅ­μως τό­τε γιά παι­διά. Μία κυ­ρί­α ὅ­μως εἶ­πε στή σύ­ζυ­γο: «Ἄν θέ­λε­τε νά ἀ­κο­ύ­σε­τε λό­γο Θε­οῦ, κά­θε Σάββατο στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Τιμίου Προ­δρό­μου στή Με­τα­μόρ­φω­ση Χαλ­κι­δι­κῆς ὁ­μι­λεῖ ὁ Γέροντας π. Γρη­γό­ριος.

Ἦ­ταν κα­λο­κα­ί­ρι καί πή­γα­με οἰ­κο­γε­νεια­κῶς. Ὅ­λα πρω­τό­γνω­ρα γιά μᾶς. Πο­λύς κό­σμος στό προ­α­ύ­λιο, ὅ­που θά γι­νό­ταν ἡ ὁ­μι­λί­α, Μέ πολ­λή προ­σο­χή, ἴ­σως καί μέ πε­ρι­έρ­γεια πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με τήν ὁ­μι­λία­. Πι­στε­ύ­ου­με ὅ­τι ὅ­σα ἀ­κο­ύ­σα­με ἐ­κε­ί­νη τήν ἡ­μέ­ρα δέν ἦ­ταν τυ­χα­ῖα, ἀλ­λά θέ­λη­μα Θε­οῦ. Πι­στέ­ψα­με ὅ­τι αὐ­τή ἡ ὁ­μι­λί­α ἔ­γι­νε εἰ­δι­κά γιά μᾶς. Ὁ Θε­ός μᾶς κα­θο­δή­γη­σε σ᾿ αὐ­τή τήν ὁ­μι­λί­α γιά νά προ­βλη­μα­τι­στῶ καί ν᾿ ἀρ­χί­σω τήν ἀ­να­ζή­τη­ση καί μά­λι­στα μέ ἔν­το­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον.

Ὁ σε­βα­στός Γέροντας ἀ­να­φέρ­θη­κε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί στήν ἱστορία του. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό γιά μέ­να καί τή σύ­ζυ­γό μου. Οἱ κό­ρες δέν πο­λυ­κα­τα­λά­βαι­ναν λό­γῳ τῆς ἡ­λι­κί­ας τους. Τό συγ­κλο­νι­στι­κό ἦ­ταν ἡ πε­ρι­γρα­φή τῆς εἰ­σβο­λῆς τῶν Λα­τί­νων Ρωμαιοκα­θο­λι­κῶν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἐ­πί Βέκκου (Πα­τρι­άρ­χου) καί τῆς ἄ­σχη­μης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς τους ἀ­πέ­ναν­τι στά Μο­να­στή­ρια καί τούς μο­να­χο­ύς οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν δέ­χον­ταν νά συν­λει­τουρ­γή­σουν μα­ζί τους. Μέ κα­τέ­πλη­ξε ὁ Γέροντας, για­τί μι­λοῦ­σε μέ ἠ­ρε­μί­α καί μέ πό­νο ψυ­χῆς. Ἐ­πί­σης ἀ­να­φέρ­θη­κε καί σέ κά­ποι­ες δι­α­φο­ρές μας πού δέν ἐ­πι­τρέ­πουν τή συλλει­τουρ­γί­α καί τήν συμ­προ­σευ­χή, δι­α­φο­ρές πού ἐ­πῆλ­θαν με­τά τό Σχί­σμα, ἀ­φοῦ οἱ Ρωμαιοκα­θο­λι­κοί κα­τήρ­γη­σαν ἤ ἀλλοίωσαν κά­ποι­ες πα­ρα­δό­σεις τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς πίστεως. Ἐ­δῶ κά­νω μί­α ἐ­πι­σή­μαν­ση σχε­τι­κά μέ τόν Ρωμαιοκα­θο­λι­κισμό. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρό παι­δί καί ἐ­μεῖς οἱ Ρωμαιοκα­θο­λι­κοί νη­στε­ύ­α­με. Ἀλ­λά κά­ποι­α στιγμή, δέν ἐν­θυ­μοῦ­μαι χρο­νο­λο­γί­α, μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Πάπα ἡ νη­στε­ί­α κα­ταρ­γή­θη­κε. Ἐ­πί­σης, ὅ­ταν θέ­λα­με νά κοι­νω­νή­σου­με, πη­γα­ί­να­με στή Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α νη­στι­κοί. Ἀλ­λά καί αὐ­τό κα­ταρ­γή­θη­κε. Ἐ­πα­νέρ­χο­μαι ὅ­μως στήν ὁ­μι­λί­α. Ἡ σύ­ζυ­γός μου, ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σε με­τά, τά ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ὅ­λα ὡς ἑ­ξῆς: Ὅ­ταν ἄ­κου­σε τά τῶν Ρωμαιοκα­θο­λι­κῶν σκέ­φτη­κε ἐ­μέ­να καί μέ κο­ί­τα­ξε γιά νά δεῖ τήν ἀν­τί­δρα­σή μου . Μέ εἶ­δε νά ἀ­κο­ύ­ω μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἔ­κα­νε ὅ­μως τόν λο­γι­σμό ὅ­τι δέν θά το­ύς πή­γαι­να ξα­νά ἐ­κεῖ. Μόλις μπή­κα­με στό αὐ­το­κί­νη­το γιά τήν ἐ­πι­στρο­φή πε­ρί­με­νε νά ἀ­κο­ύ­σει τήν ἀντίδρασή μου. Ἐ­γώ ὅ­μως τῆς εἶ­πα πώς ὅ­τι ἔ­χου­με τό­σες δι­α­φο­ρές. Πρέ­πει νά συ­ζη­τή­σω μέ κά­ποι­ον εἰ­δι­κό καί νά μοῦ πεῖ ἀ­κό­μη τί πρέ­πει νά δι­α­βά­σω γιά νά πλη­ρο­φο­ρη­θῶ τά πάν­τα. Καί αὐ­τό ἔ­πρα­ξα. Συ­ζή­τη­σα μέ Γέροντες καί προ­μη­θε­ύ­τη­κα τά σχε­τι­κά βι­βλί­α. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό ἐ­πι­σκε­φτή­κα­με ὀρθόδοξα μο­να­στή­ρια.

Ὅ­ταν μά­θαι­να κά­ποι­α ἀ­λή­θεια σχε­τι­κή μέ τίς δι­α­φο­ρές μας, ἡ ὁ­πο­ί­α δέν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ριο ἀμ­φι­σβή­τη­σης ,αἰ­σθα­νό­μουν λύ­πη, ἀλ­λά καί ἱ­κα­νο­πο­ί­η­ση. Ἡ χρι­στι­α­νι­κή πίστη ξα­νοι­γό­ταν μπρο­στά μου, ὅ­πως ὁ Χρι­στός μᾶς τή δί­δα­ξε καί ὅ­πως οἱ Πα­τέ­ρες μᾶς τήν πα­ρέ­δω­σαν.

Ἀλ­λά ὁ Θε­ός μοῦ ἔ­δω­σε καί μί­α τε­λευ­τα­ί­α εὐ­και­ρί­α νά βι­ώ­σω κι ἄλ­λες κα­τα­στά­σεις σχε­τι­κές μέ τό θέ­μα γιά νά βγά­λω καί μό­νος μου συμ­πε­ρά­σμα­τα, ἀλ­λά καί νά ἀν­τι­δρά­σω δι­και­ο­λο­γη­μέ­να.

Ἡ ἑ­πό­με­νη κί­νη­σή μας ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: Ἐγ­κα­τα­στα­θή­κα­με στή Γαλ­λί­α με­τά ἀ­πό τά τέσ­σε­ρα χρό­νια πού ἤ­μα­σταν στά Μου­δα­νιά. Θά ἐκ­φρα­στῶ κά­πως ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά, δι­ό­τι πολ­λές κα­τα­στά­σεις εἶ­ναι προ­σω­πι­κές.

Στή Γαλ­λί­α πα­ρα­μο­νές με­γά­λης ἑ­ο­ρτ­ῆς πῆ­γα μέ τίς κό­ρες γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση στήν Ρωμαιοκα­θο­λι­κή ἐκ­κλη­σί­α. Ἀν­τι­κρί­σα­με ἀρ­κε­τά ἄ­το­μα στό κέν­τρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τόν ἱ­ε­ρέ­α μπρο­στά τους. Τόν πλη­σί­α­σα καί τοῦ εἶ­πα ὅ­τι θέ­λου­με νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦ­με. Μᾶς ὑ­πέ­δει­ξε νά κα­θή­σου­με κοντά στο­ύς ἄλ­λους. Μά τοῦ εἶ­πα, ἐ­άν ὅ­λοι αὐ­τοί εἶ­ναι γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση θά ἀρ­γή­σου­με πο­λύ. Ὄ­χι μοῦ λέ­ει. Θά τε­λει­ώ­σου­με ἀ­μέ­σως καί μᾶς ἐ­ξή­γη­σε. Θά κα­θήσετε καί ὅλοι σας θά λέ­τε τίς ἁ­μαρ­τί­ες σας ἀ­πό μέ­σα σας κι ἐ­γώ θά δι­α­βά­σω τήν συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή. Ἔ­μει­να ἄ­φω­νος. Ἐ­γώ στήν Ἑλ­λά­δα ἤ­ξε­ρα ἄλ­λα. Κάθε ἕ­νας μό­νος του μέ τόν ἱ­ε­ρέ­α. Δη­λα­δή ἀ­να­ρω­τή­θη­κα σέ κά­θε χώ­ρα ἔ­χουν τό δι­κα­ί­ω­μα νά κά­νουν ὅ­ποι­ες ἀλ­λα­γές θέ­λουν; Με­τά ρώ­τη­σα ἀ­πό πε­ρι­έρ­γεια καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι σέ ἄλ­λη ἐκ­κλη­σί­α δι­α­φο­ρε­τι­κά γί­νε­ται.

Γιά τή Θε­ί­α Κοι­νω­νί­α πή­γα­με στήν Ἑλ­βε­τί­α, στήν πό­λη πού κα­τοι­κο­ύ­σα­με κά­πο­τε. Ἦ­ταν πο­λύ κοντά στά σύ­νο­ρα μέ τή Γαλ­λί­α καί μέ τήν εὐ­και­ρί­α θά βλέ­πα­με καί γνω­στο­ύς. Εἶ­χε ἀρ­κε­τό κό­σμο, διότι ἦ­ταν με­γά­λη ἑ­ορτή. Γι᾿ αὐ­τόν τόν λό­γο κα­τά τή στιγμή τῆς Θε­ί­ας Κοι­νω­νί­ας σχη­μα­τί­στη­καν τρεῖς σει­ρές. Γρή­γο­ρα ὅ­μως ἔ­νι­ω­σα με­γά­λη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κοι­νω­νοῦ­σε στή με­σα­ί­α σει­ρά, στήν ἀ­ρι­στε­ρή σει­ρά το­ύς πι­στο­ύς κοι­νω­νοῦ­σε ἕ­νας λα­ϊ­κός, καί στή δε­ξιά σει­ρά κοι­νω­νοῦ­σε το­ύς πι­στο­ύς μί­α λα­ϊ­κή. Ἐ­πι­δί­ω­ξα νά κοι­νω­νή­σου­με ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρέ­α, ἀλ­λά ἡ ψυ­χο­λο­γι­κή μου κα­τά­στα­ση δέν ἦ­ταν ἐν­τά­ξει. Συγ­χρό­νως δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι ὁ λα­ϊ­κός πού κοι­νω­νοῦ­σε το­ύς πι­στο­ύς ἦ­ταν συ­νά­δελ­φος ἰ­α­τρός ἀ­πό πα­λιά. Γνω­ρι­ζό­μα­σταν καί οἰ­κο­γε­νεια­κῶς. Ἐάν ἤ­μου­να στή δι­κή του σει­ρά, θά μέ κοι­νω­νοῦ­σε ὁ συ­νά­δελ­φος καί φί­λος μου.

Με­γά­λη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καί με­γά­λος προ­βλη­μα­τι­σμός, ἀλ­λά ἕ­ως ἐ­κε­ί­νην τή στιγμή δέν εἶ­χα λάβει κά­ποι­α ἀ­πό­φα­ση. Τήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση αὐ­τή ἀ­κο­λο­ύ­θη­σε ἡ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σί­α. Προ­έ­κυ­ψε με­γά­λη οἰ­κο­νο­μι­κή κα­τα­στρο­φή. Ἔ­φτα­σα σέ ση­μεῖ­ο νά βλέ­πω ὡς μό­νη λύ­ση νά που­λή­σω τό σπί­τι στήν Ἑλ­λά­δα καί νά με­ί­νω πλέ­ον δί­χως δι­κή μου στέ­γη. Ἡ ἐλ­πί­δα νά ἀ­πο­φύ­γω αὐ­τή τήν ὀ­δυ­νη­ρή λύ­ση ἦ­ταν ἕ­να κτῆ­μα πού εἶ­χα, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς δέν γι­νό­ταν τί­πο­τε ἐφό­σον καί οἱ κτη­μα­το­με­σί­τες τό ἀ­πέ­κλει­σαν ὅ­τι θά γί­νει κά­τι, ἐφό­σον δέν ὑ­πῆρ­χε ζή­τη­ση. Κάθε ἡ­μέ­ρα πού περ­νοῦ­σε ἦ­ταν εἰς βά­ρος μας.

Ἀλ­λά εὐ­τυ­χῶς καί τόν Θεό δέν τόν ξέ­χα­σα. Ζήτησα τή βο­ή­θειά Του μέ με­σί­τρια τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο. Προ­σευ­χή­θη­κα ἐκ μέσης καρδίας μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας Ὁ­δη­γή­τριας καί συγ­χρό­νως ἔ­κα­να ἕ­να τά­μα. Τό θαῦ­μα ἔ­γι­νε καί τό τά­μα ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε, ὅ­πως θά δοῦ­με πα­ρα­κά­τω.

Τό πρό­βλη­μά μας τό γνώ­ρι­ζε ἕ­νας φί­λος μας στήν Ἑλ­λά­δα, στήν πε­ρι­ο­χή Ν. Μου­δα­νι­ῶν. Τόν εἶ­χα πα­ρα­κα­λέ­σει ἐ­άν ἐν­δι­α­φερ­θεῖ κά­ποι­ος γιά τό κτῆ­μα νά μᾶς τη­λε­φω­νή­σει.

Εἶ­χαν πε­ρά­σει μό­λις λί­γες ἡ­μέ­ρες ἀ­πό τό τά­μα πού ἔ­κα­να, χτύ­πη­σε τό τη­λέ­φω­νο τό ὁ­ποῖ­ο σή­κω­σε ἡ σύ­ζυ­γος· ἦ­ταν ὁ φί­λος μας πού ἀ­νέ­φε­ρα πιό πά­νω. Με­τά τόν χαι­ρε­τι­σμό κατ᾿ εὐ­θεῖ­αν τῆς εἶ­πε: Ἄ­κου­σε, ἔ­γι­νε ἕ­να θαῦ­μα καί τῆς ἐ­ξή­γη­σε ἀ­μέ­σως. Ἐ­νῶ εἶ­μαι πο­λύ συ­νε­πής στό ὡ­ρά­ριο τῆς ἐρ­γα­σί­ας μου, δέν ξέ­ρω πῶς μοῦ ἦλ­θε προ­χθές καί ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τήν ἐρ­γα­σί­α σχε­δόν μι­σή ὥ­ρα πιό ­νω­ρίς. Κάποιος ὅ­μως μέ ἀ­να­ζή­τη­σε τήν τε­λευ­τα­ί­α στιγμή καί, ἐ­πει­δή ἦ­ταν σχε­τι­κά ἐ­πεῖ­γον, μέ ἀ­να­ζή­τη­σε καί στό σπί­τι. Ἐ­νῷ συ­ζη­το­ύ­σα­με τήν ὑ­πό­θε­σή του, αὐ­τός κά­θε τό­σο ἔ­λε­γε: Τί ὡ­ρα­ί­α πού εἶ­στε ἐ­δῶ στήν ἐ­ξο­χή καί ἡ γυ­να­ί­κα μου ἐ­πι­θυ­μεῖ ἕ­να σπί­τι στήν ἐ­ξο­χή. Τότε τοῦ εἶ­πα γιά τό κτῆ­μα σας. Ἔ­δει­ξε ἐν­θου­σια­σμό καί ἐ­πι­θυ­μί­α νά τό δεῖ ἐ­κε­ί­νη τή στιγμή. Τόν πῆ­γα, τό εἶ­δε, τοῦ ἄ­ρε­σε καί με­τά ἀ­πό συγ­κα­τά­θε­ση τῆς γυ­να­ί­κας του εἶ­πε ἐν­τά­ξει. Ὅ­λα ἐ­ξε­λί­χθη­καν καί ὅ­λα τα­κτο­ποι­ή­θη­καν τα­χύ­τα­τα. Τε­λι­κά σ᾿ αὐ­τό τό κτῆ­μα εἴ­κο­σι χρό­νια ἕ­ως τώ­ρα δέν χτί­στη­κε κα­νέ­να σπί­τι!

Ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψα­με γιά δε­ύ­τε­ρη φο­ρά στήν πα­τρί­δα οἱ φί­λοι ­μας καί οἱ πε­λά­τες μου μᾶς δέ­χτη­καν μέ χα­ρά καί ὅ­λα πῆ­γαν πο­λύ κα­λά.

Μέ τήν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α ἐ­πι­σκε­φτή­κα­με τό μο­να­στή­ρι τοῦ Τιμίου Προ­δρό­μου­· ἤ­μου­να μό­νος μέ τή σύ­ζυ­γο. Στήν ἐ­πι­στρο­φή, ἐ­νῷ ὁ­δη­γοῦ­σα, τῆς εἶ­πα ὅ­τι ἀ­πο­φά­σι­σα νά βα­πτι­στῶ Ὀρ­θό­δο­ξος. Τῆς ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἔ­τα­ξα στήν Πα­να­γί­α ὅ­τι μό­λις ὅ­λα τα­κτο­ποι­η­θοῦν θά βα­πτι­στῶ. Οἱ κό­ρες μου δέ­χτη­καν ἐ­πί­σης νά βα­πτι­στοῦν. Ἦ­ταν ἤ­δη ἔ­φη­βες καί εἶ­χαν ἐμ­πε­δώ­σει πολ­λά γιά τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α πα­ρα­κο­λου­θών­τας το­ύς προ­βλη­μα­τι­σμο­ύς μου ἀλ­λά καί τίς δι­α­πι­στώ­σεις μου.

Γιά λί­γους μῆ­νες κατηχηθήκαμε καί με­τά ἔ­γι­νε ἡ βά­πτι­σή μας στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου στό Βα­το­πέ­δι Χαλ­κι­δι­κῆς. Ἡ βά­πτι­σή μας ἔ­γι­νε ἀ­πό το­ύς σε­βα­στο­ύς Πα­τέ­ρες π. Γρη­γό­ριο καί π. Θε­ό­κλη­το, πού τό­σο μᾶς βο­ή­θη­σαν καί μᾶς βο­η­θοῦ­νε στήν πο­ρε­ί­α μας. Ἀ­νά­δο­χος, γνω­στή καί φί­λη τῆς οἰ­κο­γε­νε­ί­ας ἀ­πό τήν ὁ­πο­ί­α καί τόν σύ­ζυ­γό της ἀ­κο­ύ­γα­με συ­χνά λό­για ὠ­φέ­λι­μα γιά τήν πε­ρί­πτω­σή μας.

Κα­τά τή δι­άρ­κεια τοῦ μυ­στη­ρί­ου ζή­σα­με καί οἱ τρεῖς μας ἀ­ξέ­χα­στες στιγ­μές καί συ­ναι­σθή­μα­τα. Δέν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά εἰ­πω­θοῦν δη­μο­σί­ως. Ἐ­κεῖ­νο πού μπο­ρῶ νά πῶ μό­νο εἶ­ναι, ὅ­τι ὅ­λα μαρ­τυ­ροῦ­σαν τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ.

Δο­ξά­ζω τόν Θεό πού ἀ­κό­μη μοῦ ὑ­πέ­δει­ξε τόν δρό­μο τῆς ἱε­ρω­σύ­νης, ἀ­φοῦ, μέ τήν βά­πτι­σή μου, ὁ φι­λε­ύ­σπλα­χνος Θε­ός μέ ἀ­πάλ­λα­ξε ἀ­πό τίς πολ­λές ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος. Βέβαια εἶ­χε προ­ηγη­θεῖ τῆς βα­πτί­σε­ως καί ἡ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ὅ­τι μπο­ρῶ νά γί­νω ἱ­ε­ρέ­ας καί μοῦ ἔ­γι­νε ἡ πρό­τα­ση, εἶ­πα τό ναί μέ χα­ρά, ἀλ­λά καί μέ φό­βο κα­τά πό­σο θά φα­νῶ ἀν­τά­ξιος στήν πρό­σκλη­ση τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, εἶ­πα τό ὄ­χι στήν ἴ­δια πρό­τα­ση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Δέν θά πά­ψω νά εὐ­χα­ρι­στῶ τόν Θεό πού μέ φώ­τι­σε τό­τε ν᾿ ἀρ­νη­θῶ, ἀλ­λά δέν θά πά­ψω κυ­ρί­ως νά τόν εὐ­χα­ρι­στῶ πού μοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε ποῦ βρί­σκε­ται ἡ ἀ­λή­θεια.

Μέ ἀ­γά­πη Χρι­στοῦ κι εὐ­χα­ρι­στί­ες πρός ὅ­λους

π. Κων­σταν­τῖ­νος

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Γ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠΤ. 2010

Πηγή:

Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

<>

H μεγάλη περιπέτεια κατά την αναζήτηση της αληθείας

 Νοέμβριος 2008

Από την Αδελφή Matthaia Osswald

Πώς η Γερμανίδα Ρωμαιοκαθολική Μοναχή Matthaia Osswald ανακάλυψε την πληρότητα της  Αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Παιδική ηλικία και εφηβεία

Γεννήθηκα το 1961 από προτεστάντες γονείς σε μία πόλη της νότιας Γερμανίας. Ζούσαμε σε ένα προάστιο, το οποίο ήταν παλαιότερα ένα αυτόνομο χωριό και αργότερα ενσωματώθηκε σε δήμο. Εκεί υπήρχε μόνο μία ρωμαιοκαθολική οικογένεια, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν προτεστάντες. Στο δημοτικό η κόρη αυτής της οικογένειας, την οποία εγώ συμπαθούσα πάρα πολύ, ήταν συμμαθήτριά μου. Θυμάμαι πολύ καλά ότι μου ήταν αυστηρά απαγορευμένο να την επισκέπτομαι, διότι μου έλεγαν πως αν το μάθαινε κανείς θα ήταν ντροπή για την οικογένειά μας. Τα επόμενα χρόνια υπήρξε μεγαλύτερη ανοχή ως προς το θέμα αυτό. Αν και η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν προτεστάντες, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου ο „καθολικός“ πληθυσμός και δημιουργήθηκαν περισσότερες ρωμαιοκαθολικές εκκλησιαστικές κοινότητες στην πόλη.

Οι γονείς μου πίστευαν στο Θεό, αλλά δεν έκαναν πράξη αυτή τους την πίστη, δηλαδή δεν πηγαίναμε ποτέ τις Κυριακές στην εκκλησία, δεν προσευχόμασταν-τουλάχιστον όχι όλοι μαζί ούτε καν πριν από τα γεύματα-και το θέμα «Θεός» ήταν ανύπαρκτο στο σπίτι μας.

Όμως στο σπίτι των παππούδων μας έμενε μία μεγάλη, ευαγγελική αδελφή διακόνισσα, η οποία ήταν παλαιότερα νηπιαγωγός. Ήταν σαν ένα φως για μένα. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τους παππούδες μου, εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία να «εξαφανιστώ» και να επισκεφτώ αυτή την αδελφή. Μου διηγούταν συνεχώς για τον Ιησού, για τα θαύματα που έκανε, πώς την είχε βοηθήσει επανειλημμένως και ποικιλοτρόπως, για τον παράδεισο, τον ουρανό, τους αγγέλους και προσευχόταν μαζί μου. Ο χρόνος μαζί της κυλούσε πολύ γρήγορα! Ήμουν πάντα λυπημένη, κάθε φορά που άκουγα μια φωνή να μου λέει: «Μα πού είσαι πάλι; Έλα γρήγορα»! Οι παππούδες δεν έβλεπαν με καλό μάτι το γεγονός ότι περνούσα τόσο πολύ χρόνο με αυτή την «ευλαβή θεία».

Ένα βράδυ, όταν ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν πόσο φρικτά κουραστικό θα πρέπει να είναι για τον πατέρα Θεό το γεγονός ότι δεν μπορεί να ξεκουραστεί ποτέ. Πάντα θα έπρεπε να αγρυπνά πάνω από τους ανθρώπους και να προσέχει να μην τους συμβεί κανένα κακό. Εγώ Του πρότεινα όλες τις πιθανές λύσεις, όπως π.χ. το να εναλλάσσεται με τον Υιό Του ή με τους αγγέλους. Στο τέλος Του είπα ότι ήθελα τόσο πολύ να Τον βοηθήσω και ότι δε θα με πείραζε καθόλου πού και πού να μένω τις νύχτες ξάγρυπνη, αλλά αυτό πάλι δε θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Από τη μια ήταν πολύ παιδικό όλο αυτό το σκεπτικό μου, από την άλλη όμως το εννοούσα πραγματικά και ποτέ δεν το ξέχασα, αν και τα επόμενα χρόνια το λησμόνησα. Μετά άρχισαν τα σχολικά μου χρόνια. Ήμουν απασχολημένη με άλλα πράγματα.

Ναι μεν δεν αμφέβαλλα ποτέ για την ύπαρξη του Θεού, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για μένα και τη ζωή μου. Ήταν σαν δύο ξεχωριστά πράγματα που δεν είχαν καμία σχέση το ένα με το άλλο. Όλη η εφηβεία μου ήταν επηρεασμένη από το γεγονός ότι πάντα ήθελα να είμαι όπως οι άλλοι(κάτι που ποτέ μου δεν κατάφερα, αφού ήμουν πάντα στο περιθώριο, πράγμα που πρέπει να οφείλεται εν μέρει και στην άχαρη εξωτερική μου εμφάνιση). Δοκίμασα όλα όσα έκαναν και οι άλλοι, τσιγάρα, καπηλειά, μαριχουάνα, ροκ μουσική κλπ. Τότε ήμουν σε μία ομάδα, αλλά τον περισσότερο χρόνο καθόμουν μόνη σε μία γωνιά. Έτσι ποτέ δεν ενσωματώθηκα, παρόλο που προσπάθησα πολύ.
 

Συνεπαρμένη από θείο έρωτα

Όταν ήμουν δεκαεπτά ετών έγινε μία σημαντική αλλαγή στη ζωή μου. Πάντα είχα μεγάλη αγάπη για τη μουσική, έπαιζα κάποια όργανα και ήθελα αργότερα να σπουδάσω μουσική.

Κάποιος έδωσε στη μαμά μου δύο εισιτήρια για μία συναυλία. Επρόκειτο για το „Κατά Ματθαίον Πάθη“ του Joh. Seb. Bach, που είναι τα πάθη του Χριστού κατά το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Η συναυλία θα λάμβανε χώρα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Οι προτεστάντες δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη θεία λειτουργία τη Μεγάλη εβδομάδα, γι` αυτό συχνά πραγματοποιούνται οι λεγόμενες «θρησκευτικές συναυλίες» τις οποίες παρακολουθεί κανείς για περισυλλογή και εσωτερική ηρεμία. Η συναυλία διήρκησε τρεισήμισι ώρες. Βασικά δεν μπορώ να περιγράψω τι συνέβη μέσα μου. Το άγιο ευαγγέλιο σε συνδυασμό με αυτή τη συναρπαστική μουσική με άγγιξε βαθύτατα και συγκλόνισε την καρδιά μου (Κάτι παρόμοιο διάβασα-παρεμπιπτόντως-στη βιογραφία του πατέρα Σεραφείμ Ρόουζ). Ήμουν συνεπαρμένη και εντυπωσιασμένη από την αγάπη του Ιησού Χριστού, ο οποίος υπέκυψε για εμάς και για τις αμαρτίες μας στο Σταυρό. Αυτή η αγάπη έγινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή πραγματικότητα για εμένα και με γέμιζε ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω για πόση ώρα καθόμουν μόνη στην εκκλησία και έκλαιγα. Ήξερα μόνο ένα πράγμα, ότι ήθελα να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη. Αυτό ήταν ξεκάθαρο στην καρδιά μου. Αργότερα αναρωτιόμουν συχνά για ποιο λόγο είπα «Θέλω να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη» και όχι «Θέλω να δώσω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη». Δεν το καταλάβαινα, αλλά φαινόταν να έχει κάποια σημασία. Από εκείνη τη μέρα άλλαξε η ζωή μου. Την επόμενη μέρα αγόρασα μία Βίβλο. Κρέμασα ένα σταυρό στο δωμάτιό μου και, αντί να πηγαίνω τα βράδια στα καπηλειά, διάβαζα την Αγία Γραφή και προσευχόμουν. Μετά πήρα την απόφαση να σπουδάσω εκκλησιαστική μουσική. Σκεφτόμουν πως, αφού ο Θεός με άγγιξε τόσο με αυτό τον τρόπο και μου χάρισε ένα ταλέντο, τότε θέλω να βοηθήσω να μπορέσουν και άλλοι άνθρωποι να αποκτήσουν παρόμοια εμπειρία. Έγινα μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας της πόλης μας και άρχισα να παρακολουθώ ένα τμήμα της εκκλησιαστικής μουσικής και μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου. Έτσι άλλαξε και το φιλικό μου περιβάλλον. Τα επόμενα τρία χρόνια τα αφιέρωσα τελείως στην εκκλησιαστική μουσική, στις νέες γνωριμίες, στην Αγία Γραφή και παράλληλα και στο σχολείο.

Προτεσταντισμός ή ρωμαιοκαθολική „εκκλησία“
Μία φίλη έπαιζε προσωρινά εκκλησιαστικό όργανο σε μία „καθολική“ εκκλησιαστική κοινότητα της πόλης μας. Κάποιο Σάββατο βράδυ συνεννοηθήκαμε να την περιμένω έξω από την εκκλησία για να βγούμε μαζί. Κατά λάθος πήγα μία ώρα νωρίτερα και έτσι αποφάσισα να πάω μαζί της στον εξώστη και να παρακολουθήσω τη θεία λειτουργία «αφ‘ υψηλού», αντί να περιμένω έξω από την εκκλησία. Κατά κάποιον τρόπο ήταν διαφορετική από τη θεία λειτουργία που γνώρισα στην ευαγγελική εκκλησία. Ήταν κάπως πιο υπερβατικά και μου έκανε καλή εντύπωση. Από τότε δεν μπορούσα να ησυχάσω και ήθελα να ανακαλύψω τι ήταν αυτό το διαφορετικό που με συγκίνησε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα επισκεπτόμουν τα βράδια του Σαββάτου τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και παρακολουθούσα την απογευματινή ακολουθία των καθολικών, ενώ τα πρωινά της Κυριακής παρακολουθούσα τη θεία λειτουργία της ευαγγελικής εκκλησίας. Το πρώτο με έλκυε όλο και περισσότερο. Στην ευαγγελική „εκκλησία“ μου έλειπε η υπερβατικότητα, φαινόταν σαν να πρόκειται για ένα ανθρώπινο σχήμα, όπου τους ανθρώπους τους συνδέει ένα κοινό ενδιαφέρον, δηλαδή ο Θεός. Στη ρωμαιοκαθολική „εκκλησία“ ένιωθα κάτι σαν μία υπέρβαση. Τους ανθρώπους τους ένωνε κάτι το οποίο τους υπερβαίνει και είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει σε ένα σύλλογο ή σε μία κοινότητα με κοινά ενδιαφέροντα. Ιδιαιτέρως μου άρεσε η θεία Ευχαριστία σε αντίθεση με την μετάληψη της ευαγγελικής εκκλησίας, η οποία ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για εμένα. Μιλούσα συχνά με τον ιερέα της κοινότητας ο οποίος διακατεχόταν από σύγχρονες απόψεις. Ως προτεστάντισσα είχα φυσικά σοβαρά προβλήματα με τον παπισμό! Αλλά για τον ιερέα αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Ή καλύτερα να πω ότι ήταν πρόβλημα, αλλά το είχε λύσει με τον τρόπο του, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το είχε ακούσει και στις διαλέξεις από τον καθηγητή του πανεπιστημίου. (Τα επόμενα χρόνια αφαιρέθηκε από τον καθηγητή του η άδεια διδασκαλίας στη Ρώμη).Ο καθηγητής έλεγε: «Ο πάπας είναι στη Ρώμη και εμείς είμαστε εδώ. Τι γνωρίζει για εμάς; Ας ασχοληθεί εκείνος με την εκκλησία της Ρώμης κι εμείς εδώ με τη δική μας». (Αυτή η άποψη φυσικά κάθε άλλο παρά ρωμαιοκαθολική ήταν και άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο τη δεκαετία του `80.)

Αυτό που τελικά με ώθησε στο να γίνω ρωμαιοκαθολική ήταν η εμπειρία αυτής της υπέρβασης και προπάντων η ευχαριστία, δηλ. η πίστη ότι κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας μεταβάλλονται ο άρτος και ο οίνος πράγματι σε σώμα και αίμα Χριστού, ότι δηλαδή όλο αυτό ήταν μία πραγματικότητα και όχι κάτι το συμβολικό. Ένας άλλος λόγος ήταν η λειτουργία , διότι στην ευαγγελική „εκκλησία“ δεν υπήρχε λειτουργία υπό αυτή την έννοια. Η θεία λειτουργία αποτελείται μόνο από το ανάγνωσμα της Αγίας Γραφής, ένα μεγάλο κήρυγμα και πολλά τραγούδια και περίπου μία φορά το μήνα από τη λεγόμενη «θεία κοινωνία» αμέσως μετά τη λειτουργία. Τον Οκτώβριο του 1982 έγινα λοιπόν ρωμαιοκαθολική. Αναλογιζόμενη σήμερα τον τρόπο με τον οποίο έγινε όλο αυτό κουνάω το κεφάλι μου, γιατί ήμουν τυφλή. Είχαμε αποφασίσει να γιορτάσουμε με μία „λειτουργία“ στο σπίτι (Hausmesse), μέσα σε οικογενειακή ατμόσφαιρα. Η γιορτή δεν έλαβε χώρα στην εκκλησία, αλλά στο σαλόνι του σπιτιού του ιερέα. Μπορούσα να επιλέξω η ίδια το ανάγνωσμα του ευαγγελίου και, αντί για ένα κήρυγμα, ανταλλάξαμε όλοι μαζί κηρύγματα-σύμφωνα με τα εδάφια του ευαγγελίου που είχαμε επιλέξει-ενώ καθόμασταν στον καναπέ. Αυτό ονομαζόταν λειτουργία του λόγου. Για τη γιορτή της ευχαριστίας καθόμασταν όλοι μαζί γύρω από την τραπεζαρία η οποία χρησίμευε ως Αγία Τράπεζα. Ναι μεν έπρεπε να πω μαζί με τους υπόλοιπους το σύμβολο της πίστεως, αλλά κανείς δε μου ζήτησε να ομολογήσω το εξής: «Πιστεύω και ομολογώ όλα όσα πιστεύει, διδάσκει και διακηρύττει η αγία καθολική εκκλησία ». (Αυτό το αντιλήφθηκα μετά από 24 χρόνια, όταν κάποιος μου είπε «Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις την εκκλησία μας έτσι απλά, αφού έκανες αυτήν την ομολογία»).

Έτσι λοιπόν έγινα  ρωμαιοκαθολική. Και τώρα; Η εκκλησιαστική μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στην ευαγγελική εκκλησία, στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία όμως είναι δευτερεύουσα. Επιπλέον η εκκλησιαστική μουσική εδώ δε μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Δημιουργήθηκε με ταχείς διαδικασίες μετά τη Β` σύνοδο του Βατικανού, όταν επιτράπηκε η τέλεση της λειτουργίας στην εκάστοτε γλώσσα της χώρας, και δεν είχε καμία παράδοση. Εκτός από αυτό σκεφτόμουν πως έπρεπε κάπως να δραστηριοποιηθώ σε μία κοινότητα και, επειδή ως γυναίκα δεν μπορούσα να γίνω ιερέας, αποφάσισα να σπουδάσω θεολογία, για να γίνω ιεροκήρυκας. Συνέχιζα να μελετώ πολύ την Αγία Γραφή και πιο πολύ από όλα με άγγιζαν βαθύτατα οι ονομαζόμενες παραβολές. Με άγγιζε κάθε φορά που έλεγε ο Ιησούς στον πλούσιο νεανία: «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι.»(Ματθ.ιθ.21).Σε κάποιον άλλον είπε: «Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς »(Ματθ.η.22) ή «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ` άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού»(Λουκ.θ.62). Με άγγιζε και με πονούσε. Ήθελα να κάνω την πίστη μου επάγγελμα και το βασικότερο πράγμα στη ζωή μου. Αλλά με ποιον τρόπο; Μήπως έπρεπε να φύγω από το σπίτι μου χωρίς μία δραχμή, χωρίς δεύτερο πανωφόρι, χωρίς τίποτα και απλά να αναχωρήσω, έτσι όπως λέει το ευαγγέλιο; Αλλά προς τα πού;

Στην αναζήτηση για το δικό μου μοναστήρι

Πριν από την έναρξη των βασικών σπουδών μου έπρεπε πρώτα να παρακολουθήσω για ένα χρόνο κάποια μαθήματα για την εκμάθηση της λατινικής γλώσσας και της ελληνικής γλώσσας της Βίβλου. Αυτό το διάστημα συνέβη πάλι ένα γεγονός, που μου έδειξε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσω. Καθώς ξεφύλλιζα μία μέρα ένα περιοδικό στην αίθουσα αναμονής ενός γιατρού, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για ένα μοναστήρι των Βενεδικτίνων. Αυτό με ενδιέφερε! Ίσως να ήταν αυτή η απάντηση για την υπαρξιακή μου απορία. Ήμουν πεπεισμένη ότι υπήρχαν μοναστήρια μόνο στο μεσαίωνα. Όπως είπα, έμενα σε μία ευαγγελική περιοχή, στην οποία δεν υπήρχαν μοναστήρια. Την επόμενη μέρα πήρα αμέσως τηλέφωνο, για να ρωτήσω, μήπως μπορούσα κάποια στιγμή να τους επισκεφτώ. Η απάντηση ήταν θετική και επί  εβδομάδες χαιρόμουν για τις ερχόμενες διακοπές που θα περνούσα εκεί. Ήμουν βαθύτατα εντυπωσιασμένη με την ησυχία, τις ακολουθίες ωρών-κατά τις οποίες οι αδελφές συγκεντρώνονταν κάθε τρεις ώρες στην εκκλησία-, με τη χειρωνακτική εργασία, τους ίδιους καθημερινούς ρυθμούς, κατά τους οποίους μπορούσε να αναπαυθεί η ψυχή. Παρ‘ όλο που όλα αυτά μου άρεσαν, κάτι μου έλειπε και εκεί.

Έμαθα ότι υπήρχαν διάφορα τάγματα, με διαφορετικούς κανονισμούς και διαφορετικό πνεύμα. Γνώρισα τις Φραγκισκανές μοναχές, το κάρμελ και μερικά άλλα. Παντού μου άρεσε κάτι, αλλά πάντα κάτι μου έλειπε, όμως τι; (Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα την έπαιρνα πολλά χρόνια αργότερα). Πάντως είχα ξεκαθαρίσει πλέον μέσα μου ότι σε κάθε περίπτωση ήθελα να αφιερώσω τη ζωή μου στο Θεό και να γίνω μοναχή. Στην προσευχή μου ρωτούσα το Θεό συνεχώς πού με ήθελε, σε ποιο από όλα αυτά τα τάγματα και τις κοινότητες. Κατά την αναζήτησή μου ήλθα σε επαφή και με τη λεγόμενη χαρισματική κοινότητα.

Όμως ένιωθα λίγο άβολα με όλα αυτά. Όλοι έψελναν σε «γλώσσες», κάποιοι μιλούσαν προφητικά, όλα ήταν τελείως συναισθηματικά και για άλλη μια φορά ένιωθα ξένη. Αυτό δεν μπορούσα βέβαια να το εκδηλώσω, διότι αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήμουν φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα και ότι κρατούσα την καρδιά μου κλειστή.

Εκείνο το διάστημα έκανα μία επίσκεψη σε μία από τις καινούργιες πνευματικές κοινότητες. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του `80 και αποτελούνταν από άγαμους άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι μετά από μία μεγάλη περίοδο δοκιμής (Noviziat) έπαιρναν όρκο και υπόσχονταν ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή. Στα μέλη συμπεριλαμβάνονταν όμως και οικογένειες με παιδιά. Τα ζευγάρια υπόσχονταν ακτημοσύνη και συζυγική αγνότητα. Αν το δει κανείς επιφανειακά τίποτα δε με συγκίνησε εκεί κατά την πρώτη μου επίσκεψη, μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Κάποιος επισκέπτης ρώτησε στα πλαίσια μιας συνομιλίας ποιοι ήταν οι όροι για την είσοδο στην κοινότητα, οπότε απάντησε ο ιδρυτής και υπεύθυνος της κοινότητας το εξής: «Όροι; Ένας και μοναδικός υπάρχει. Όποιος θέλει να μπει εδώ μέσα, πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο»! Αυτό ήταν! Όταν επέστρεψα το βράδυ στο σπίτι μου δε γνώριζα περισσότερα από πριν. Μόνο εκείνη η μία πρόταση δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό μου.

Εκείνο το καλοκαίρι με προσκάλεσε ένας καλός φίλος στη Γαλλία, σε μία μεγάλη συνάντηση με διάφορες νέες καθολικές πνευματικές κοινότητες. Η ποικιλία, οι ψαλμοί, οι ισραηλινοί παραδοσιακοί χοροί, η ακολουθία των ωρών, η ευχαριστιακή λατρεία στην ησυχία. Αυτά με άγγιζαν και πίστεψα ότι επιτέλους είχα φτάσει στον προορισμό μου. Ήθελα να μπω σε αυτή την κοινότητα και να γίνω μοναχή. Επέστρεψα στη Γερμανία, έδωσα το φθινόπωρο τελικές εξετάσεις για τα θεολογικά μαθήματα που παρακολούθησα και αγόρασα ένα εισιτήριο για τη Γαλλία με τα τελευταία 300 μάρκα που μου είχε δώσει ένας φίλος μου, με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Ο άνθρωπος κάνει σχέδια και ο Θεός ορίζει. Μετά από δύο εβδομάδες έμαθα ότι όλα τα σπίτια της κοινότητας θα παρέμειναν κλειστά για τους επισκέπτες. Τι φρίκη! Και τώρα; Καθόλου χρήματα, καμία προοπτική, τι κάνω; Δόξα τω Θεώ έγινε τελευταία στιγμή μια αλλαγή. Ένα από τα σπίτια της κοινότητας πρόσφερε για το διάστημα των Χριστουγέννων ένα πρόγραμμα πνευματικών ασκήσεων και παρέμεινε ανοιχτό. Μόλις που έφταναν τα χρήματά μου για αυτό το πράγμα. Μετά από μία εβδομάδα βρισκόμουν πάλι στην ίδια κατάσταση. Όμως μία γυναίκα, η οποία επίσης συμμετείχε στο πρόγραμμα των πνευματικών ασκήσεων, με προσκάλεσε να κάνουμε μαζί μία προσκυνηματική εκδρομή. Αμέσως μετά μου έδωσε λίγα χρήματα και μου πλήρωσε το εισιτήριο του τρένου για το λεγόμενο Mutterhaus (το κυρίως μοναστήρι) σε ένα άλλο μέρος της Γαλλίας. Εκεί πέρασα άλλη μία εβδομάδα και ήμουν όλο προσμονή να μπορέσω επιτέλους να μιλήσω με τον ιδρυτή της κοινότητας και να μου επιτρέψει να εισέλθω σε αυτήν. Έμεινα εκεί για μία εβδομάδα, αλλά στο τέλος αυτής δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρο σε εκείνον ότι ο Θεός με προόριζε για εκείνη την κοινότητα. Στη διάρκεια ενός εσπερινού προσευχήθηκε για εμένα και αφού με ακούμπησε με τα χέρια του μου φανέρωσε την εντολή που δέχτηκε: «Οι δικοί μου δρόμοι δεν είναι και δικοί σου. Θα σου δείξω έναν άλλο δρόμο τον οποίο τώρα δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις. Αλλά απαιτώ από εσένα απόλυτη διαθεσιμότητα».

Με αυτά τα λόγια λοιπόν εκδιώχτηκα για άλλη μια φορά. Και τώρα προς τα πού; Ήμουν πραγματικά απογοητευμένη. Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει μία εξήγηση για αυτά τα λόγια ή μία προοπτική. Μα ήθελα μόνο ένα πράγμα: Να ακολουθήσω τον Ιησού Χριστό, να του αφιερώσω τη ζωή μου. Ήταν φρικτό. Εκτός από την απογοήτευσή μου, μου δημιουργήθηκε και μία εσωτερική αμφισβήτηση, ότι δηλ. ο Θεός είτε δε με ήθελε είτε εγώ ήμουν τόσο χαζή, ώστε να μην μπορώ να βρω τη θέση μου, ή καλύτερα τη θέση στην οποία Εκείνος με προόριζε. Πάλι με λυπήθηκε κάποιος και μου έδωσε τα χρήματα για την επιστροφή μου στο σπίτι. Είχα φύγει από το σπίτι με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ και τώρα, λίγες εβδομάδες αργότερα, βρισκόμουν πάλι εντελώς απροειδοποίητα μπροστά από το σπίτι των γονιών μου (πριν από αυτό είχα κάνει για μία εβδομάδα μία ενδιάμεση στάση σε ένα μοναστήρι στη Γαλλία, για να σιωπήσω και να ηρεμήσει η ψυχή μου. Το πρώτο το κατάφερα, το δεύτερο όχι). Οι γονείς μου φυσικά χάρηκαν που ξαναγύρισα, όμως εγώ ήμουν τελείως αποπροσανατολισμένη. Τις επόμενες δύο εβδομάδες τις πέρασα ζώντας σχεδόν αποκλειστικά στην αφάνεια και προσευχόμενη στο δωμάτιό μου. Ταυτόχρονα αντηχούσε μέσα μου συνεχώς εκείνη η πρόταση: Όποιος θέλει να μπει εδώ πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Γινόταν μία μάχη μέσα μου. Από τη μια δε με προσέλκυε τίποτα εκεί, η ακτημοσύνη, οι περίεργες γενειοφόρες μορφές με τα παλιά ράσα, καθόλου ρεύμα, καθόλου τρεχούμενο νερό, πρωτόγονη τουαλέτα, κανένα ιδιωτικό χώρο και πολλά άλλα. Όμως εκείνη η πρόταση δε με άφηνε πια σε ησυχία. Όλο αυτό ήταν βασικά αυτό που ήθελα, αυτό που έψαχνα μέσα μου από τότε που προσηλυτίστηκα, αυτή η πλήρης αφιέρωση στο Χριστό, χωρίς να ψάχνει κανείς τίποτα πια για τον εαυτό του, να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Λοιπόν, ήθελα να το διακινδυνεύσω. Ήταν Παρασκευή απόγευμα, αποφάσισα αμέσως να τηλεφωνήσω και να ρωτήσω αν μπορούσα να πάω για το Σαββατοκύριακο. Αν η απάντηση ήταν αρνητική, τότε θα έκλεινα αυτό το κεφάλαιο και δε θα το ξανάνοιγα ποτέ(κρυφά μέσα μου το ήλπιζα αυτό κατά κάποιο τρόπο). Η απάντηση ήταν θετική. Εντάξει λοιπόν. Την επόμενη μέρα πήγα εκεί και αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Τα εξωτερικά πράγματα δε με απωθούσαν πια τόσο πολύ και είχα μία μεγάλη συζήτηση με τον ιδρυτή που αφορούσε την εσωτερική μου αναζήτηση και τους περασμένους μήνες. Μου πρότεινε να παραμείνω στην κοινότητα για τέσσερις μήνες, μέχρι τις 15 Αυγούστου, για να μπορέσω με ηρεμία και προσευχή να ρωτήσω το Θεό για τον προορισμό μου.

Μετά από τρεις εβδομάδες είχα την εντύπωση ότι εκεί βρήκα τη θέση μου. Πιο πολύ από όλα αγαπούσα την ησυχία και τη νοερά προσευχή, αλλά μάθαινα να αγαπώ όλο και περισσότερο και την απλότητα και την αμεσότητα της ζωής και δεν ήθελα να την ανταλλάξω με μία άνετη ζωή. Εδώ έμαθα τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και από μία εντελώς διαφορετική πλευρά. Αν και είχα γίνει καθολική σε ένα δήμο, ο οποίος διακατεχόταν από ακραίο μοντερνισμό, τώρα βρισκόμουν σε μία κοινότητα, όπου την αγάπη για τον πάπα και την υπακοή σε αυτόν την έγραφαν με κεφαλαία γράμματα. Ακολουθούσε κανείς με ζήλο και κατευθυνόταν σύμφωνα με ό,τι έλεγε και έπραττε εκείνος. Αυτό μου φαινόταν αρκετά δύσκολο και ένιωθα πάντα σαν μία ανυπότακτη, που συμμετείχε σε όλα αυτά με το ζόρι. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να αλλάξει αυτή η τοποθέτησή μου στο θέμα αυτό.

Ένα χρόνο αργότερα άρχισε για μένα η περίοδος δοκιμασίας (Noviziat). Ένα χρόνο μετά από αυτό, έδωσα τις πρώτες υποσχέσεις για τρία χρόνια. Μετά ακολούθησαν και οι ονομαζόμενες προσωρινές υποσχέσεις (για ορισμένο χρονικό διάστημα) και οι υποσχέσεις αφιερώσεως για όλη μου τη ζωή. Ωστόσο βρισκόμουν σε μεγάλη ψυχική κρίση και ήμουν αμφιταλαντευόμενη, γεμάτη αβεβαιότητα. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά είναι εσωτερικές αμφιβολίες, κακές σκέψεις και συναισθήματα που δεν πρέπει να επιτρέψει κανείς και έτσι έκρυψα εσωτερικά όλο αυτό το «ψυχικό χάος» και έδωσα τις υποσχέσεις. Η ανεμοθύελλα κόπασε κάπως, αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω πραγματικά. Αυτό μπορεί να ήταν και συμπτωματικό για την πορεία μου. Όπως ήδη ανέφερα, με έλκυαν στα διάφορα τάγματα και στις κοινότητες πολλά πράγματα, όμως πάντα κάτι, το οποίο εκείνη τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα να ονομάσω, μου έλειπε. Σε αυτήν την κοινότητα ήταν όλα πιο εκλεπτυσμένα, ναι μεν δε μου έλειπε τίποτε πια, αλλά την πραγματική εσωτερική ηρεμία δεν τη βρήκα ούτε εδώ και δεν ένιωθα ότι έφτασα στον προορισμό μου. Εκείνους τους λογισμούς και την ακαθόριστη νοσταλγία που έβγαιναν συνεχώς από μέσα μου, εγώ πίστευα ότι έπρεπε να πολεμήσω με πνευματικό αγώνα και ότι είναι εκ του πονηρού και για αυτό το λόγο δε θα έπρεπε να επιτρέψω σε καμία περίπτωση τέτοιους λογισμούς και συναισθήματα. Σκεφτόμουν ότι την πραγματική ειρήνη και το συναίσθημα μπορεί κανείς να τα πετύχει μόνο στον τελικό προορισμό του, δηλαδή να τα βιώσει μόνο στον ουρανό. Επίσης σκεφτόμουν ότι  ο καθένας σε αυτήν τη ζωή είναι καθοδόν και ότι στην επίγεια ζωή μένει πάντα μία εσωτερική ανησυχία και μια σιωπηρή θλίψη.

Δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι θα εγκατέλειπα ποτέ αυτήν την κοινότητα. Με εξαίρεση κάποιες κρίσεις, τις οποίες όμως ο καθένας που ακολουθεί αυτό το δρόμο σίγουρα θα βιώνει, ήμουν χαρούμενη και ευτυχισμένη εκεί. Αγαπούσα τον πνευματικό μου, τον ιδρυτή της κοινότητας και τις αδελφές. Επίσης τις διάφορες διακονίες που μου ανέθεταν τις έκανα ευχαρίστως. Για να μην παρεξηγηθώ: Ακόμη και σήμερα δεν τους απεχθάνομαι. Εκτιμώ την καλή θέλησή τους, το ζήλο, την προθυμία για την πλήρη αφιέρωσή τους. Εκεί έμαθα πολλά πράγματα, για τα οποία ακόμη και σήμερα τους είμαι ευγνώμων. Παρ` όλα αυτά εγκατέλειψα την κοινότητα μετά από 21 χρόνια. Γιατί;

Ενώ στην αρχή διακατεχόμουν από μοντερνισμό, οι εξελίξεις στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία με έβαλαν με την πάροδο του χρόνου σε όλο και περισσότερες σκέψεις: όλες οι πιθανές θεωρίες, τα νέα θεολογικά ρεύματα, τα οποία υποστήριζαν ότι το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί όλο και βαθύτερα στην αλήθεια, οι πολλές αποχωρήσεις από την εκκλησία, η έλλειψη ιερέων και η έλλειψη νέων μοναχών. Επειδή οι έφηβοι δεν πήγαιναν πια στην εκκλησία, προσπαθούσαν να το αποτρέψουν με το να πειραματίζονται με διάφορους τρόπους για να τους ξανακερδίσουν: Ροκ μουσική στη λειτουργία, ντίσκο, μεσολάβηση μέσω SMS, λειτουργίες όπου οι έφηβοι πήγαιναν με Skateboard και πατίνια στην εκκλησία και άλλα παρόμοια. Είχα την εντύπωση πως καθετί ιερό πουλιόταν και προσαρμοζόταν, μόνο και μόνο για να το παρουσιάσουν στους ανθρώπους με τον πιο ελκυστικό τρόπο. Έπεφτα σε όλο και μεγαλύτερο δίλημμα. Από τη μια γινόμουν όλο και πιο συντηρητική, διότι ήμουν πεπεισμένη πως οτιδήποτε ιερό οφείλει κανείς να το διατηρήσει ιερό. Από την άλλη η κοινότητά μας ήταν οικουμενική.

Εμπνευσμένοι από τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β`, ο οποίος άρχισε να προσεύχεται μαζί με τους εκπροσώπους των διφορων θρησκειών, γράφτηκε και στη δική μας κοινότητα ο διάλογος με τις θρησκείες με κεφαλαία γράμματα. Ήμασταν ανοιχτοί σε άλλα θρησκεύματα, σε άλλες θρησκείες και πνευματικά ρεύματα -φυσικά με την ελπίδα να τους προσηλυτίσουμε στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Ένας τρόπος έκφρασης αυτών ήταν η μουσική. Για παράδειγμα διαλογιζόμασταν με ειδικούς ψαλμούς που έμοιαζαν με το ινδουιστικό μάντρα (ινδουιστική προσευχή), μόνο που λέγαμε π.χ. το όνομα «Jeschuah» για να έρθουμε σε εσωτερική συγκέντρωση και ηρεμία. Κατά την ώρα των προσευχών μας ενσωματώσαμε όμως και ορθόδοξα στοιχεία, έτσι ψέλναμε π.χ. το Σάββατο βράδυ αποσπάσματα του ορθόδοξου εσπερινού σε γερμανική γλώσσα με ρωσικές μελωδίες και άλλους ορθόδοξους ψαλμούς.

Ένα από τα κύρια καθήκοντά μου στην κοινότητα ήταν η λειτουργία.

Η συνάντηση με την ορθοδοξία – ο δρόμος για το σπίτι

Το 2005 η κοινότητα γιόρτασε τα 25 χρόνια της ύπαρξής της. Με αυτή την αφορμή επιτρεπόταν σε όλα τα μέλη της κοινότητας, που δεν είχαν πάει ακόμη στα Ιεροσόλυμα, να κάνουν μία προσκυνηματική εκδρομή. Φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα τρεις εβδομάδες πριν από το ορθόδοξο Πάσχα. Μια που ο διάλογος αποτελούσε ένα σημαντικό στοιχείο στην κοινότητά μας, συμμετείχαμε και σε λειτουργίες διάφορων θρησκευμάτων. Πήγαμε στην αρμένικη εκκλησία, στους κόπτες, στους Φραγκισκανούς, στις ρωσο-ορθόδοξες αδελφές στο μοναστήρι της Μαγδαληνής στο Όρος των Ελαιών και στην ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Η ποικιλία των θρησκευμάτων στα Ιεροσόλυμα ήταν εντυπωσιακή και παντού μπορούσε κανείς να ανακαλύψει κάτι.

Την πρώτη ελληνορθόδοξη λειτουργία τη βίωσα το Πάσχα στο Ναό της Αναστάσεως. Αυτό ήταν το καθοριστικό βίωμα. Μου είναι δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς βίωσα εκεί. Νόμιζα ότι ήμουν στον ουρανό ή ότι ο ουρανός είχε κατέβει κάτω στη γη. Τότε δε γνώριζα ακόμη τι είναι το Χερουβικόν, όμως όταν το άκουσα για πρώτη φορά, ένιωσα μία τόσο βαθιά αυτοσυγκέντρωση και σκέφτηκα πως αυτή τη στιγμή οι άγγελοι ψέλνουν μαζί με τους ανθρώπους (αργότερα έμαθα ότι το ίδιο ένιωσαν και οι δύο πρεσβευτές του Ρώσου τσάρου, όταν βίωσαν για πρώτη φορά τη λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη). Το βαθύτερο βίωμα ήταν μία εσωτερική γνώση, μία βεβαιότητα: ΤΩΡΑ ΕΦΤΑΣΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ! Αυτή σαν να ήταν η απάντηση στην εσωτερική μου ανησυχία. Αυτό ήταν που μου έλειπε ακόμη. Όπως είπα προηγουμένως, ήταν ένα εσωτερικό βίωμα. Τότε δε γνώριζα ακόμη πολλά για την ιστορία της εκκλησίας, το Filioque, το σχίσμα κλπ.

Αυτή τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα και δεν ήθελα ακόμη να έρθω σε ρήξη με τον ιδρυτή της κοινότητάς μας. Πρώτα ήθελα να γνωρίσω την ορθόδοξη εκκλησία πιο βαθιά. Αυτό αρχικά θα μπορούσε να συμβεί μόνο στη λειτουργία. Ποια θα ήταν όμως η συνέχεια; Μετά τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος θα έπρεπε όλοι να αναχωρήσουμε. Και μετά…

Δόξα τω Θεώ όρισε το δρόμο μου η θεία πρόνοια!

Όπως ανέφερα προηγουμένως, το δικό μου καθήκον ήταν η λειτουργία. Έτσι στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος πήρα από τον ιδρυτή της κοινότητας την εντολή να παραμείνω, μαζί με μία άλλη αδελφή, για ένα χρόνο στα Ιεροσόλυμα και να μελετήσουμε τις διάφορες λειτουργίες. Έπρεπε να κινηθώ όπως οι μέλισσες και να μαζέψω το μέλι, δηλ. έπρεπε κάθε Κυριακή να επισκέπτομαι μία διαφορετική λειτουργία, να μαθαίνω ψαλμούς, να γράφω νότες και να βλέπω τι από αυτά θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε στη δική μας λειτουργία. Ήταν ένα καθήκον για την ένωση των εκκλησιών. Έτσι επισκεπτόμουν εναλλάξ τους Αρμένιους, τις ρωσο-ορθόδοξες αδελφές στο Όρος των Ελαιών και την ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Εκτός από αυτά έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να τελούμε τη θεία λειτουργία σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό και με τη συνοδεία ενός καθολικού ιερέα, με σκοπό να προσευχηθούμε για την ενότητα.

Κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου των λειτουργιών περίμενα πάντα την επόμενη ελληνική λειτουργία. Δόξα το Θεό ήταν εκείνο το χρονικό διάστημα ένας νεαρός ορθόδοξος διάκονος φρουρός στο Γολγοθά, ο οποίος μιλούσε πολύ καλά αγγλικά και ήταν πολύ ανοιχτός. Μπορούσα να του κάνω ερωτήσεις σχετικά με τη λειτουργία, να μάθω μερικούς ψαλμούς και να ανταλλάξουμε απόψεις σχετικά με τις διαφορές της ορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Πραγματικά του χρωστάω πάρα πάρα πολλά! Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις μου με ατέλειωτη υπομονή και προπάντων δεν με επηρέασε ποτέ, πράγμα που ήταν πολύ σημαντικό για εμένα. Διότι αργότερα, στην αντιπαράθεση με τη «δική» μου κοινότητα, μου έλεγαν συνεχώς ότι με επηρέασαν οι ορθόδοξοι. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά πιέστηκα, προσπαθούσαν διαρκώς να με πείσουν ότι εδώ ήταν η πληρότητα της αλήθειας, ότι δεν μπορούσε κανείς να παραμελήσει την υπεροχή του πάπα κλπ. Από την ορθόδοξη πλευρά έπαιρνα μόνο απαντήσεις στις ερωτήσεις μου και πληροφορίες. Φυσικά όλοι ομολογούσαν ότι ήταν πεπεισμένοι πως η ορθόδοξη εκκλησία είναι η πραγματική εκκλησία του Χριστού, αλλά ποτέ κανείς δε με πίεσε να γίνω ορθόδοξη! *

Έτσι πέρασαν οι τρεις πρώτοι μήνες με τις λειτουργίες, τη μελέτη και τις ανταλλαγές απόψεων. Ήταν μία όμορφη, εντατική αλλά και πολύ δύσκολη περίοδος για μένα, διότι δεν έπρεπε να φανερώσω ότι μέσα μου μεγάλωνε όλο και περισσότερο η έλξη προς την ορθοδοξία, διαφορετικά σίγουρα θα απαιτούσαν να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία! Μετά από αυτούς τους τρεις μήνες παρουσιάστηκε και ένα άλλο πρόβλημα. Οι βίζες μας είχαν λήξει και έπρεπε είτε να τις ανανεώσουμε είτε να επιστρέψουμε στη Γερμανία και να ξαναέρθουμε. Το τελευταίο το φοβόμουν πολύ, διότι ήμουν σίγουρη ότι ο πνευματικός μου θα αντιλαμβανόταν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Ένας γνωστός ορθόδοξος ιερέας με συμβούλεψε να απευθυνθώ σε έναν ορθόδοξο επίσκοπο, μήπως μπορούσε εκείνος να με βοηθήσει στην υπόθεση με τη βίζα. Πήγα και τον βρήκα, του εξήγησα τα πάντα, του διηγήθηκα επίσης και για το βίωμά μου σε εκείνη τη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως το Πάσχα και ότι αναρωτιόμουν όλο και περισσότερο μήπως έπρεπε να γίνω ορθόδοξη. Εάν όμως έπρεπε να επιστρέψω στη Γερμανία, τότε αυτό θα σήμαινε «το τέλος» για μένα.

Ο επίσκοπος μου έδωσε τη σοφή συμβουλή να ομολογήσω την αλήθεια στον πνευματικό μου και ιδρυτή της κοινότητας και να παρακαλέσω να απαλλαγώ για ένα έτος από την κοινότητα με σκοπό να διαβάζω, να μελετώ, να επισκέπτομαι τη λειτουργία, να γνωρίσω την ομορφιά και το βάθος της ορθοδοξίας, αλλά όμως και τις ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη, ώστε να μπορέσω μετά από αυτό το έτος να πάρω μία ώριμη απόφαση. Μου άρεσε αυτή η συμβουλή και έτσι έγραψα ένα γράμμα στον πνευματικό μου για να τον παρακαλέσω για αυτή την απαλλαγή. Του έγραψα ξεκάθαρα ότι δεν ήθελα να πάρω την απόφαση από μία πρώτη εντύπωση αγάπης και ενθουσιασμού, αλλά ότι χρειαζόμουν το χρόνο για τη μελέτη και την εξέταση. Αυτό το αίτημά μου απορρίφθηκε με άκρα αποφασιστικότητα.

«…Το να τίθεται το θέμα της μεταστροφής μου μετά από μία τετράμηνη παραμονή, υποδεικνύει περισσότερο την ελλιπή σταθερότητα καθολικών πεποιθήσεων παρά την καθοδήγηση του Θεού. Από καθολικής απόψεως δε γίνεται αποδεκτή η απόδειξη ότι η ορθόδοξη εκκλησία αντιπροσωπεύει περισσότερο την αλήθεια του Θεού από την καθολική εκκλησία. Εκτός από αυτό μου τόνισαν ότι στάλθηκα με μία αποστολή στα Ιεροσόλυμα και για αυτό και μόνο το λόγο δε θα μπορούσα να απαλλαγώ, για να εξετάσω ένα δικό μου θέμα.

Παρακάτω ένα ακόμη απόσπασμα από την απαντητική μου επιστολή:
«…Δεν μπορώ πια να επιστρέψω! Πρόκειται για ένα θέμα συνείδησης το οποίο πρέπει και θέλω να θέσω ενώπιον όλων. Τις μέρες που πέρασαν διάβασα το γράμμα σου πραγματικά πολλές φορές και το μελέτησα προσευχόμενη και αυτό που μου έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο είναι ότι «βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά». Αυτήν την περίοδο δεν υπάρχει πια επιστροφή για μένα. Αυτό δε σημαίνει ότι έχω ήδη αποφασίσει να αλλαξοπιστήσω».

«…Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να με απαλλάξεις από την κοινότητα έτσι ώστε να εξετάσω το θέμα της μεταστροφής μου ως λαϊκή. Ό,τι αφορά την ορθοδοξία μου είχες γράψει ότι «πρέπει κανείς να βιώνει μία αγάπη και όχι να την εκμαιεύει». Δεν θα ήθελα να την εκμαιεύσω, θα ήθελα να της παραδοθώ ολοκληρωτικά. Η ορθοδοξία είναι για μένα ένας ολόκληρος κόσμος, μέσα στον οποίο θα ήθελα να εισχωρήσω ολοκληρωτικά, εάν αυτό είναι αληθές. Εν τω μεταξύ δεν αρμόζει σε μένα πια να αποσπώ μεμονωμένα λιθαράκια και να τα εμφυτεύω στο καθολικό πνεύμα και στην καθολική λειτουργία».

Σε μία άλλη απαντητική επιστολή μου δόθηκε η εντολή να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία για να ξεκαθαρίσω την κατάσταση επιτόπου. Αυτό βασικά δεν το ήθελα, γιατί φοβόμουν τη δική μου αδυναμία, μήπως και επηρεαζόμουν πάλι και έκανα πίσω. Δυστυχώς δεν υπήρχε δυνατότητα να ανανεωθεί η βίζα και παράλληλα με αυτό έμαθα ότι ο πνευματικός μου είχε κλείσει ήδη μία θέση, για να έρθει στα Ιεροσόλυμα και να μιλήσει μαζί μου, σε περίπτωση που δε θα πήγαινα στη Γερμανία.

Έτσι επέστρεψα, λοιπόν, στη Γερμανία στη «δική μου» κοινότητα και έκανα περισσότερες συζητήσεις με τον πνευματικό μου. Σε μία από αυτές τις συζητήσεις μου υπέδειξε ότι έπρεπε ,ως καθολική, να εξετάσω την απορία μου για το αν η ορθόδοξη εκκλησία είναι η αληθινή εκκλησία του Χριστού και ότι «δε θα μπορούσα να βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά, δηλαδή να είμαι ήδη ορθόδοξη» και να εξετάσω από εκεί εάν η καθολική εκκλησία είναι η αληθινή. Αυτό θα ήταν παράνομο. Ως καθολική θα έπρεπε να το εξετάσω από την καθολική πλευρά. Αυτό με έπεισε κατά κάποιον τρόπο, όπως επίσης και η διαβεβαίωση του πνευματικού μου ότι με τη λήξη του έτους και της αποστολής μου θα μπορούσα να εξετάσω το θέμα της ορθοδοξίας. Έτσι επέστρεψα στην υπακοή και στην πνευματική καθοδήγησή του. Ωστόσο ομολογώ ότι ήδη μία ώρα αργότερα στεκόμουν με κλάματα και επαναλάμβανα συνεχώς το εξής: «Τώρα έχασα τα πάντα»! Ο πνευματικός μου, μου επιβεβαίωνε συνεχώς ότι δεν είχα χάσει τίποτε, ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα που με απασχολούσε, αλλά όχι τώρα. Μια που είχα επιστρέψει στην υπακοή και την πνευματική καθοδήγηση, με έστειλαν μετά από τρεις εβδομάδες ξανά πίσω στα Ιεροσόλυμα, για να συνεχίσω την αποστολή μου μέχρι την Πεντηκοστή. Τις πρώτες τρεις εβδομάδες πήγαν όλα καλά, ήμουν αποφασισμένη να εκπληρώσω την αποστολή μου και προπάντων να εξετάσω το θέμα της ορθόδοξης εκκλησίας ως καθολική -αργότερα. Όμως η καρδιά μου δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω! Μεταφορικά ένιωθα σαν έγκυος, το παιδί ήθελε να γεννηθεί -και εγώ έπρεπε αυτό να το παραμερίσω εντελώς. Αυτό για μένα έμοιαζε από θρησκευτικής απόψεως με έκτρωση! Αν είχα τουλάχιστον την άδεια να μπορώ να διαβάζω ή να ανταλλάσσω απόψεις. Όμως όλα αυτά μου τα αρνήθηκαν, το μόνο που μου επιτρεπόταν ήταν μία φορά το μήνα να παρακολουθώ τη λειτουργία. Μετά από μερικές εβδομάδες είχα γίνει μέσα μου εντελώς ράκος. Καθόμουν κλαμένη στον Άγιο Γολγοθά και δεν ήξερα πια τι έπρεπε να κάνω. Ένας ορθόδοξος μοναχός μου είπε κάποτε: «Just follow the voice of your heart» ( = «απλά ακολούθησε τη φωνή της καρδιά σου»). Βασικά η καρδιά μου ήταν ήδη ορθόδοξη.

Τα Χριστούγεννα έπρεπε πάλι να επιστρέψω εξαιτίας της βίζας στη Γερμανία. Βρισκόμουν πάλι μπροστά στο ίδιο πρόβλημα. Η καρδιά μου ήταν ήδη «στην άλλη πλευρά», αλλά αυτή τη φορά δεν ήθελα να φανερώσω τα συναισθήματά μου, διότι διαφορετικά δε θα υπήρχε επιστροφή στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο σε μία συζήτηση που είχα με τον πνευματικό μου, του είπα ότι ανυπομονώ να εξετάσω επιτέλους το θέμα της μεταστροφής μου. Έμεινε έκπληκτος και ομολόγησε ότι πίστευε βασικά, πως αυτό το θέμα δε θα ήταν πια επίκαιρο για μένα και ότι με την πάροδο του χρόνου θα ήταν περιττό. Μετά ανακοίνωσε επίσημα σε όλη την κοινότητα ότι σκόπευα ακόμη να εξετάσω αυτό το θέμα.

Επέστρεψα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα. Ήταν μία φρικτή περίοδος για μένα!

Μέσα μου ένιωθα ένα ράκος και ήμουν σε δίλημμα. Από τη μια μου έλεγε η καρδιά και η συνείδησή μου ότι η πληρότητα της αλήθειας βρίσκεται στην Ορθόδοξη εκκλησία και ότι εκείνη είναι η πραγματική Εκκλησία. Δεν ήταν μόνο εκείνο το πρώτο βίωμα. Εδώ ό,τι ήταν ιερό, το διατηρούσαν ακόμη ιερό, η λειτουργία ήταν κατευθυνόμενη προς το Θεό και δεν πουλιόταν στους ανθρώπους ούτε τους την παρουσίαζαν με ελκυστικό τρόπο, ήταν πάντοτε η ίδια, έτσι όπως μας τη δίδαξαν οι πατέρες μας. Η πίστη διατηρούταν, έτσι όπως μας την παρέδωσαν οι πατέρες και όπως κατατέθηκε στις επτά πρώτες συνόδους. Όχι συνεχώς νέες θεολογικές θεωρίες και λειτουργικά πειράματα. Εδώ βρισκόταν η πληρότητα της αλήθειας και η μία και γνήσια εκκλησία του Χριστού. Αυτή η βεβαιότητα μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέσα μου, μετά από τις πολλές συζητήσεις με το διάκονο και με μερικούς άλλους μοναχούς και μέσα από την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Από την άλλη ένιωθα δεσμευμένη με την υπακοή, δηλαδή να μην εξετάσω τώρα αυτό το θέμα (το οποίο δεν υφίστατο πλέον ως θέμα) και να μην ανταλλάξω απόψεις με κανέναν από τα μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας. Προς τα πού να στρέψω λοιπόν αυτήν την εσωτερική ανάγκη;!

Ο Θεός μου έστειλε και πάλι έναν βοηθό. Ήταν ένας φίλος, ρωμαιοκαθολικός θεολόγος και διάκονος, του οποίου την αγάπη για την ορθοδοξία εγώ γνώριζα. Όταν του φανέρωσα την εσωτερική μου διαμάχη ανάμεσα στη συνείδηση και την πνευματική υπακοή, μου απάντησε: «Είναι ρωμαιοκαθολικό δόγμα το να βρίσκεται η προσωπική συνείδηση πάνω από την υπακοή στα θέματα της πίστης και της εκκλησίας». Αυτό ήταν σαν μία λύτρωση για μένα! Η απόφασή μου είχε ληφθεί. Την επόμενη μέρα πήγα και βρήκα τον Πατριάρχη, του διηγήθηκα την ιστορία μου και του φανέρωσα την επιθυμία μου να γίνω ορθόδοξη. Πήρε το σκοπό μου στα σοβαρά και με παρέπεμψε σε έναν μοναχό, ο οποίος θα μου έκανε κατήχηση. Αυτό συνέβη μία εβδομάδα πριν από την αρχή της νηστείας, δηλ. περίπου ένα χρόνο μετά την άφιξή μου στα Ιεροσόλυμα.

Σε ένα επόμενο γράμμα μου ανακοίνωσα την απόφασή μου στον πνευματικό μου και στην κοινότητα. Φυσικά δεν την αποδέχτηκαν. Ο πνευματικός μου απαίτησε να επιστρέψω άμεσα στην τέλεια υπακοή-μια που δε θα επρόκειτο για ένα θέμα συνείδησης-, να μην επιχειρήσω περαιτέρω βήματα και από αυτή τη στιγμή να διακόψω αμέσως κάθε επαφή και κατήχηση που προέρχεται από την ορθόδοξη πλευρά, μέχρι να έρθει ο ίδιος στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο αυτή τη φορά είχα πάρει την απόφασή μου, που ήταν οριστική και δεν ήθελα να την επανεξετάσω. Έγραψα ένα τελευταίο γράμμα στον πνευματικό μου και εγκατέλειψα την κοινότητα λίγες μέρες πριν από την άφιξή του. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα διάθεση να έρθω σε έναν ακόμη διαξιφισμό με τον πνευματικό μου ούτε έβλεπα και κάποια προοπτική σε αυτό: Η κοινότητα ήθελε να υπηρετεί την οικουμένη -εγώ δεν έβλεπα καμία προοπτική για την ένωση των λεγομένων «αδελφών εκκλησιών». Ή ΝΑ ΠΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΗ ΟΤΙ ΓΙΑ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ „ΕΚΚΛΗΣΙΑ“ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Όλα τα άλλα αποτελούν ένα τεχνητό, ανθρώπινο σχήμα. Πόσο λυτρωτικό είναι να συμμετέχει κανείς σε μία ορθόδοξη λειτουργία και να γνωρίζει ότι είναι αμετάβλητη και όχι όπως στην καθολική λειτουργία, να πρέπει να φοβάται με ποιο πράγμα θα βρίσκεται πάλι αντιμέτωπος αυτή τη φορά. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι πολλοί ορθόδοξοι άνθρωποι δε γνωρίζουν καν πόσος πνευματικός πλούτος και τι θησαυρός τους έχει δοθεί, πόσο ευγνώμονες θα πρέπει να είμαστε για αυτό στο Θεό και πόσο υπεύθυνοι πρέπει να νιώθουμε στο να τον διαφυλάξουμε!

Εγκατέλειψα λοιπόν την κοινότητα. Και τώρα; Ούτε χρήματα ούτε σπίτι. Πού να πάω; Ήταν καταπληκτικό το πόση βοήθεια έλαβα, τόσο από πνευματικής όσο και από οικονομικής απόψεως. Μια που η βίζα μου είχε λήξει για άλλη μια φορά, μου πρότειναν να πάω για τρεις εβδομάδες σε ένα μεγάλο μοναστήρι στην Ελλάδα, για να γνωρίσω από κοντά τη μοναστική ζωή και μετά να επιστρέψω πάλι. Όταν επέστρεψα μία εβδομάδα μετά το Πάσχα δεν είχε βρεθεί δυστυχώς ακόμη ένα σπίτι για μένα στα Ιεροσόλυμα. Μου δόθηκε μία ευκαιρία στο μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου στην έρημο του Ιορδάνη. Εκεί όμως δεν ήθελα να πάω σε καμία περίπτωση! Ήθελα να παραμείνω στα Ιεροσόλυμα, τώρα που επιτέλους ήμουν ελεύθερη και μπορούσα να ανταλλάξω απόψεις με όποιον ήθελα! Ευτυχώς τελικά συμφώνησα, αλλά όμως μόνο για μία εβδομάδα, μέχρι να μου έβρισκαν σπίτι στα Ιεροσόλυμα. Μετά από μία εβδομάδα μου άρεσε εκεί στην έρημο τόσο πολύ, που παρακάλεσα να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Μου το ενέκριναν. Μετά την αποχώρησή μου από την κοινότητα υπέφερα τις νύχτες από φρικτούς εφιάλτες. Στα όνειρά μου βρισκόμουν πάντα αντιμέτωπη με την κοινότητα. Με προειδοποίησαν για το τι θα πάθαινα, εάν εγκατέλειπα την κοινότητα και „αλλαξοπιστούσα“. Αυτά τα λόγια με παρακολουθούσαν σαν σκοτεινές προφητείες συνήθως τις νύχτες, έτσι ώστε να ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και με κλάματα. Μετά από αυτήν την πνευματική σφαγή το μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου υπήρξε για μένα ο πρώτος τόπος, στον οποίο η ψυχή μου βρήκε ηρεμία και ειρήνη. Μετά από άλλη μία εβδομάδα, με βαριά καρδιά έκανα τη σκέψη να εγκαταλείψω πάλι αυτόν τον τόπο και έτσι παρακάλεσα να μου επιτραπεί να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Πάνω σε αυτό ο Γέροντας Χρυσόστομος, ο ηγούμενος, μου είπε ότι μπορούσα να μείνω όσο ήθελα. Εγκάρδια επιθυμία μου και παράκλησή μου ήταν να βαπτιστώ και ο Γέροντας Χρυσόστομος δέχτηκε αυτή την επιθυμία μου με ευχαρίστηση. Την παραμονή της γιορτής του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου με βάφτισε και μου έδωσε το όνομα Ματθαία, κατά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ματθαίο (βασικά ήθελε να με βαφτίσει στο όνομα Μαριάμ, αλλά λίγο πριν τη βάπτιση, άκουσε μέσα του ξεκάθαρα μία φωνή να του λέει: «όχι Μαριάμ, Ματθαία». Μετά τη βάφτιση με ρώτησε ο Γέροντας, εάν είχε κάποια σημασία για μένα ο Άγιος Ματθαίος και εγώ του διηγήθηκα για το βίωμά μου εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν άκουσα το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και είπα ότι θέλω να γίνω μία απάντηση στην αγάπη του Χριστού.

Τη νύχτα την πέρασα προσευχόμενη στην εκκλησία και την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έλαβα τη Μοναχική Κουρά από τον Γέροντα. Αυτές οι δύο μέρες ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου. «Επιτέλους έφτασες στο σπίτι σου».

Αυτό το μοναστήρι έγινε η πατρίδα μου. Και στο εξής, ναι μεν διατελώ το διακόνημά μου στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, αλλά επιστρέφω εδώ κάθε Σαββατοκύριακο.

Εν τω μεταξύ πέρασαν τρία χρόνια και όπως τότε έτσι και τώρα, ευχαριστώ το Θεό κάθε μέρα, που με οδήγησε στην Εκκλησία Του και μου χάρισε την ευλογία της Βαπτίσεως.

Μοναχή Matthaia Osswald, Γερμανία

Πηγή:

http://www.impantokratoros.gr/F61DC3C4.el.aspx

<>

Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) Επίσκοπος Augsburg Γερμανίας (+973)

4 Ιουλίου

Ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) γεννήθηκε το 890 στο Kyburg της Ελβετίας κοντά στη Ζυρίχη. Ήταν ο γιος του Hupald, Κόμη του Dillingen και της Dietpirch της Σουαβίας.

Όπως ήταν συνηθισμένο, οι γονείς του τον αφιέρωσαν στην υπηρεσία του Θεού ενώ ήταν ακόμα παιδί. Ο Άγιος στην παιδική του ηλικία ήταν ασθενικός, σε ηλικία επτά ετών εστάλη στο μοναστήρι του Αγίου Γάλλου (St Gall), όπου αποδείχθηκε εξαιρετικός μελετητής. Εκεί, έγινε φίλος με την Αγία Γουϊμποράδα (St Wiborada), ερημίτρια που έμενε κοντά στο Μοναστήρι και προφήτεψε ότι ο νεαρός φίλος της ήταν προορισμένος να γίνει Επίσκοπος. Αποφάσισε να εισέλθει στην ιεροσύνη, αλλά είχε αμφιβολίες για το αν θα έμπαινε στην Ιερά Μονή του Αγίου Γάλλου (St Gall) ή θα γινόταν ιερέας έξω στον κόσμο. Κάποια στιγμή πριν από τον Απρίλιο του 910, στάλθηκε για περαιτέρω εκπαίδευση σε έναν συγγενή, τον Άγιο Adalbero, Επίσκοπο του Augsburg , ο οποίος τον έκανε Οικονόμο της Εκκλησίας. Μετά τον θάνατο του Αγίου Adalbero, ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) επέστρεψε στο σπίτι. Ο Δούκας της Σουαβίας τον παρουσίασε στην αυλή του βασιλιά Ερρίκου Α’ της Γερμανίας, όπου ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) διορίστηκε Οικονόμος της Βασιλικής Αυλής.

Μέσω της επιρροής του θείου του, Μπούρχαρτ Β’, του Δούκα της Σουαβίας και άλλων συγγενών, ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) διορίστηκε Επίσκοπος Augsburg από τον Ερρίκο Α’ της Γερμανίας και χειροτονήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 923.

Οι Magyars (Ούγγροι) επιτίθονταν επανειλημμένα στα εδάφη της Βαυαρίας και της Σουαβίας, λεηλατώντας και καίγοντας τα πάντα στο πέρασμά τους και το 955 προχώρησαν μέχρι το Augsburg, το οποίο πολιορκούσαν.

Την πρώτη ημέρα της επίθεσης, ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) βγήκε για να ενθαρρύνει τους στρατιώτες της πόλης να υπερασπιστούν τα τείχη και την πύλη της πόλης. Ενώ η μάχη είχε ξεκινήσει και εξαπλωνόταν, ο Επίσκοπος, ντυμένος με την εκκλησιαστική του αμφίεση, ενέπνεε τους στρατιώτες, με τον 22ο Ψαλμό του Δαβίδ, «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει».

Ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) είχε θέσει πολύ υψηλά επίπεδα ηθικής τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους. Εκατό χρόνια μετά το θάνατό του, εμφανίστηκε ξαφνικά μια επιστολή που αποδιδόταν σε αυτό, στην οποία ο Άγιος φαινόταν να υποστηρίζει τον γάμο των ιερέων και ότι έβλεπε αυτό το φορτίο – δηλαδή την αγαμία των ιερέων – περιττό βάρος. Ο πλαστογράφος της επιστολής δεν παρέλειψε μάλιστα να επικαλεστεί και τη γνώμη του λαού, ο οποίος θεωρούσε αδικία να μην παντρεύονται οι ιερείς, όμως αυτή η άποψη απέχει πολύ από την άποψη του Αγίου αν υπολογίσει κανείς την αυστηρότητα που κρατούσε ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) πάνω σε θέματα ηθικής αλλά και ότι αύξησε τα επίπεδα πειθαρχίας του κλήρου όταν ανέβηκε στον Επισκοπικό Θρόνο.

Όταν ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) έφτασε σε μεγάλη ηλικία και ήταν πολύ αδύναμος για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία, λέγεται ότι οι Άγγελοι κατέβαιναν σε αυτόν και συλλειτουργούσαν μαζί του.

Καθώς ξημέρωνε η 4η Ιουλίου 973, ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich), προαισθανόμενος το τέλος του σε αυτό τον κόσμο, είχε σκορπίσει στάχτη στο έδαφος σε σχήμα Σταυρού, ράντισε το Σταυρό με Αγιασμό, και τοποθετήθηκε πάνω του.

Όσες έγκυες γυναίκες έπιναν από το δισκοπότηρό του είχαν ανώδυνο τοκετό και έτσι ο Άγιος Ούλριχ (St Ulrich) έγινε ο προστάτης Άγιος των εγκύων. Επίσης όσοι δαγκώνονταν από σκυλιά μολυσμένα με λύσσα και σταυρώνονταν με τον επιστήθιο Σταυρό του Αγίου, θεραπευόντουσαν αμέσως θαυματουργικά.

Πηγή:

https://agioi-oi-kaliteroi-mas-filoi.blogspot.com

ΑΓΙΟΙ, ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

<>

Άγιος Ρέινολντ (St Reinold), μοναχός ὁσιομάρτυς σέ Μονή τῆς Cologne Γερμανίας (+960)

7 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) ήταν ένας μοναχός που έζησε τον 10ο αιώνα και είναι απόγονος του Καρλομάγνου. Ξεκίνησε την πνευματική ζωή του με την είσοδό του σε ένα Μοναστήρι στην Κολωνία της Γερμανίας, όπου διορίστηκε επικεφαλής ενός οικοδομικού έργου της Μονής.

Συχνά βοηθούσε τους κτίστες στό έργο τους και επειδή ήταν καλήτερος στη δουλειά του κτισίματος με πέτρα αυτό οδήγησε τους κτίστες στο φθόνο και στο δυσάρεστο συμβάν της δολοφονίας του.

Ο Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου με σφυριά και το σώμα του τό έριξαν σε μια λίμνη κοντά στο Ρήνο.

Το σώμα του βρέθηκε αργότερα μετά από Θεία φανέρωση, κάτι το οποίο οδήγησε στο να τιμάται ο Άγιος Ρέινολντ (St Reinold) ως προστάτης των κτιστών και των λιθοξόων.

<>

Άγιος Οθμάρ (St Othmar), ηγούμενος της Μονής του St. Gallen της Ελβετίας (+759)

16 Νοεμβρίου

Ο Άγιος Οθμάριος (επίσης και Αυδομάριος) γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα το 689 στο Saint Gallen στην Ελβετία. Ήταν Ιερομόναχος και διορισμένος ως πρώτος Ηγούμενος στην Ιερά Μονή του Αγίου Γάλλου στην Ελβετία.

Ο Άγιος Οθμάρ (St Othmar) αναστήλωσε το Μοναστήρι στο οποίο ζούσε ο Ιρλανδός μοναχός Άγιος Γάλλος και γι’αυτό το λόγο θεωρήθηκε ιδρυτής του μοναστηριού εκεί. Στο πλαίσιο του μεταρρυθμιστικού κινήματος των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων που προωθήθηκε στην Αλαμαννία από τους γιους του Καρόλου Μαρτέλου, Καρλομάν του Μαγιορδόμου και Πιπίνου του Βραχύ, εισήγαγε τον κανόνα του Αγίου Βενέδικτου εκ Νουρσίας το 747. Επίσης ίδρυσε τη μοναστηριακή σχολή της μονής, η οποία επρόκειτο να γίνει ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο δημιουργήθηκε αργότερα η περίφημη βιβλιοθήκη της Μονής. Ο Άγιος Οθμάρ (St Othmar) παρείχε επίσης βοήθεια προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της γύρω κοινότητας, προχώρησε στην οικοδόμηση ενός νοσοκομείου, ενός ξενώνα φιλοξενίας αστέγων και φτωχών καθώς και το πρώτο λεπροκομείο στην Ελβετία.

Ο Άγιος κοιμήθηκε οσιακά το 759 ενώ βρισκόταν στην εξορία στο μικρό νησί Werd στη λίμνη Κωνσταντία της Ελβετίας, αφού πρώτα πέρασε ένα διάστημα φυλακισμένος στον πύργο του Bodman-Ludwigshafen, λόγω ψευδών κατηγοριών δύο γειτονικών ευγενών. Τον έθαψαν στο St. Gallen.

Δέκα χρόνια αργότερα δύο μοναχοί από το Σεντ Γκαλλέν μετέφεραν κρυφά το σώμα του πίσω στο μοναστήρι. Όταν άνοιξαν τον τάφο του το σώμα του βρέθηκε εντελώς άφθορο. Καθώς οι δύο μοναχοί περνουσαν εκ νέου τη λίμνη Κωνσταντία με το Ιερό Λείψανο του Αγίου, ξέσπασε καταιγίδα και ω του θαύματος! ενώ έβρεχε καταρακτωδώς καμία απολύτως σταγόνα δεν έπεσε πάνω στους δύο μοναχούς και στο Ιερό Λείψανο του Αγίου, ούτε τα κεριά έσβησαν που είχα τοποθετήσει γύρω από αυτό. Οι μοναχοί που μετέφεραν το Ιερό Λείψανο του Αγίου κουρασμένοι σταμάτησαν λίγο να ξεκουραστούν έχοντας μαζί τους μόνο ένα μικρό βαρέλι με κρασί, όπου όσο κρασί και αν έπιναν το βαρέλι δεν άδειαζε καθόλου, ως εκ τούτου, το βαρέλι κρασιού έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά του σύμβολα μαζί με ρη ράβδο του Ηγούμενου.

Κατά την άφιξη, ο Άγιος θάφτηκε στην εκκλησία της μονής και ο τάφος σύντομα έγινε τόπος θαυμάτων.

Αγιοκατατάχθηκε από τον Επίσκοπο Κωνσταντίας Σόλομώντα Α‘ το 846 και η μνήμη του τιμάται στις 16 Νοεμβρίου.

Πηγή:

http://agioi-oi-kaliteroi-mas-filoi.blogspot.com

https://agioi-oi-kaliteroi-mas-filoi.blogspot.com/2019/11/16_16.html

ΑΓΙΟΙ, ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

<*>

Αγία Αδελαΐδα της Άνω Βουργουνδίας της Ελβετίας, Αυτοκράτειρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

16 Δεκεμβρίου

Η Αγία Αδελαΐδα της Ιταλίας ή Αγία Αδελαΐδα της Άνω Βουργουνδίας ( δυτική Ελβετία) ήταν αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, θρησκευτική μεταρρυθμίστρια, προστάτιδα της εκκλησίας και της τέχνης, συνδημιουργός της Οθωνικής Αναγέννησης και δεύτερη σύζυγος του αυτοκράτορα Όθωνα Α‘. Θεωρούνταν από τους σύγχρονούς της ως η πιο αξιόλογη ηγεμόνας της εποχής της.

Η Αγία Αδελαΐδα γεννήθηκε το 931 στο κάστρο του Ορμπ, στην Άνω Βουργουνδία (στη σημερινή Ελβετία). Ήταν κόρη του Ρούντολφ Β‘ (Ροδόλφου Β‘) της Βουργουνδίας, και της Βέρθα της Σουαβίας. Παντρεύτηκε στην ηλικία των δεκαπέντε ετών τον Λοθάριο Β‘ της Ιταλίας. Ο γάμος αυτός έγινε προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνη ανάμεσα στον Ρούντολφ Β‘ και τον Ούγο της Προβηγκίας, πατέρα του Λοθάριου. Από τον γάμο τους αυτό γεννήθηκε το 948 μία κόρη, η Έμμα της Ιταλίας η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον Λοθάριο της Φραγκίας.

Ο πρώτος σύζυγος της Αγίας Αδελαΐδος δηλητηριάστηκε από τον διάδοχό του, τον Βερεγγάριο, ο οποίος προσπάθησε να την αναγκάσει να παντρευτεί τον γιο του, Αδαλβέρτο. Όταν εκείνη αρνήθηκε, φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες στο Κόμο. Η Αγία Αδελαΐδα τελικά κατάφερε να ξεφύγει από την αιχμαλωσία με περιπετειώδη και αξιοθαύμαστο τρόπο καθώς διέφυγε μέσα από ένα τούνελ που είχε σκάψει, μεταμφιέστηκε σε χωρική και κρύφτηκε στα κοντινά χωράφια όπου κατάφερε να αποφύγει τους λογχισμούς των αντρών του Βερεγγάριου που προσπαθούσαν να την κάνουν να βγει από τα χόρτα. Η παράτολμη και ευφάνταστη απόδρασή της που έγινε γνωστή μέσα από τα κείμενα και τα ποιήματα της Ροσβίτα του Γκάντερσχάιμ, έγινε άμεσα θέμα συζήτησης στις αυλές της Ευρώπης.

Τότε εκείνη έστειλε έναν απεσταλμένο στον Όθωνα Α‘ βασιλιά της Γερμανίας, που ήταν σύμμαχος τους αδελφού της Κορράδος Α‘ της Βουργουνδίας, ζητώντας την προστασία του. Εκείνος, εντυπωσιασμένος από όσα είχε ακούσει για εκείνη, δέχτηκε όχι μόνο να την προστατέψει αλλά και να την γνωρίσει προσωπικά. Η Αγία Αδελαΐδα, με την βασιλική της καταγωγή και την εκτεταμένη περιουσία και προίκα της, αποτελούσε για τον Όθωνα μίας πρώτης τάξης ευκαιρία για να κερδίσει αίγλη και υπόσταση η διεκδίκησή του στα εδάφη της Ιταλίας και της Αλσατίας.

Τελικά Ο Όθωνας έπεισε την Αγία Αδελαΐδα να τον παντρευτεί το 951 και στις 2 Φεβρουαρίου 962 ο Πάπας Ιωάννης ΙΒ΄ έστεψε αυτοκράτορα τον Όθωνα στη Ρώμη και ταυτόχρονα, παραβιάζοντας την παράδοση, έστεψε επίσης και την Αγία Αδελαΐδα ως αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λόγω του ότι το δικαίωμα διεκδίκησης του αυτοκρατορικού θρόνου από το ζεύγος προερχόταν από την καταγωγή της Αγίας Αδελαΐδος. Από τότε η Αγία Αδελαΐδα δεν υπέγραφε τα βασιλικά έγγραφα ως coniunx augusta, δηλαδή ως αυτοκρατορική σύζυγος όπως συνηθιζόταν στη περίπτωση των αυτοκρατορισσών μέχρι τότε, αλλά με τον αρσενικό τίτλο imperator augustus, δηλαδή ως αυτοκράτορας και η ίδια. Σε πολλά έγγραφα υπέγραφε επίσης ως consors regni ή consor imperii, δηλαδή συμμέτοχος στην εξουσία ή συμβασιλεύουσα, που ήταν ένας τίτλος που μέχρι τον 10ο αιώνα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από άντρες που για διάφορους λόγους μοιράζονταν την εξουσία.

Αυτό το γεγονός εξηγείται από την περιουσία αλλά και την εξουσία που έφερε προσωπικά η Αγία Αδελαΐδα ως άτομο. Υπολογίζεται ότι η προίκα της αντιστοιχούσε σε τέσσερις ολόκληρες επισκοπές (περιοχές ελέγχου του επισκόπου) ενώ είχε αποκτήσει κληρονομιά από την μητέρα της πολλά εδάφη στην Ιταλία, ήλεγχε τεράστιες περιοχές βόρεια από τις Άλπεις και είχε υπό τον έλεγχό της το εμπορικό κέντρο του Κομάτσιου στον ποταμό Πο που παραδοσιακά ήλεγχαν οι Ιταλίδες πριγκίπισσες. Η θέση και η εξουσία της Αγίας Αδελαΐδος τότε έφτασε στο απόγειο, ειδικά και μετά και τον γάμο της πρώτης της κόρης, Έμμας, με τον γιο της Γκερμπέργκα το 966, καθώς τότε η Αγία Αδελαΐδα, πέρα από εδάφη και πλούτο, κατείχε και προσωπική βασιλική εξουσία εξ αίματος σε τρία διαφορετικά βασίλεια. Ήταν κόρη, αδελφή και θεία τριών βασιλέων της Βουργουνδίας, σύζυγος, μητέρα και γιαγιά τριών αυτοκρατόρων της Οθωνικής Δυναστείας και κουνιάδα, πεθερά και γιαγιά τριών βασιλέων της Δυτικής Φρανγκίας. Ο Όθωνας γνώριζε πως ο γάμος του με την Αγία Αδελαΐδα, που ανέβαζε το στάτους του στην Ιταλία και την Βουργουνδία, ίσως και να ήταν ο μοναδικός τρόπος για να διεκδικήσει τον τίλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το 952 η Αγία Αδελαΐδα έκανε το πρώτο της παιδί με τον Όθωνα, τον Ερρίκο, αλλά αυτό δημιούργησε πολλά προβλήματα καθώς ο Όθωνας είχε ήδη παιδιά από την πρώτη του σύζυγο, Έντιθ της Αγγλίας και όποια παιδιά έκανε με την Αγία Αδελαΐδα έθεταν σε κίνδυνο τη γραμμή διαδοχής των υπολοίπων. Έτσι το 953 ο πρωτότοκος γιος του Όθωνα με την Έντιθ, ο Λιούντολφ, που ήταν δούκας της Σουαβίας, επαναστάτησε διεκδικώντας τον θρόνο με την υποστήριξη του δούκα Κόνραντ της Λωραίνης. Η Αγία Αδελαΐδα φρόντισε άμεσα να υπερασπιστεί τα κληρονομικά δικαιώματα των δικών της παιδιών και μέσω των γνωριμιών και της επιρροής που είχε στην ιταλική αυλή από την οποία προερχόταν, κατάφερε να απομονώσει τον Λιούντολφ από τους συμμάχους του. Έτσι ο Όθωνας κατάφερε να καταπνίξει την εξέγερση και το 954 αφαίρεσε το δουκάτο από τον Λιούντολφ που όμως εξακολούθησε να δημιουργεί μικροπροβλήματα μέχρι τον θάνατό του από πυρετό το 957. Με αυτόν τον τρόπο η Αγία Αδελαΐδα διατήρησε την επιρροή της και την θέση ισχύος που κατείχε αφού κατάφερε να προστατέψει και να διατηρήσει, όχι μόνο τα κληρονομικά δικαιώματα των παιδιών της, αλλά και τα εδάφη που της είχαν δοθεί ως προίκα τα οποία δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα.

Τελικά η Αγία Αδελαΐδα έκανε και άλλα τρία παιδιά, τον Μπρούνο (γεννήθηκε το 953, απεβίωσε πριν την ενηλικίωσή του), την Ματθίλδη (γεννήθηκε το 954), που έγινε Ηγουμένη του Κέτλινμπεργκ, και τον Όθωνα Β‘ (γεννήθηκε το 955). Τα δύο πρώτα αγόρια πέθαναν με αποτέλεσμα να παραμείνει μόνος διάδοχος του θρόνου ο Όθωνας Β‘.

Η Αγία Αδελαΐδα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας της, βοήθησε τον Όθωνα Α‘ να μετατρέψει την γερμανική αυλή σε κέντρο αναβίωσης της κλασικής παιδείας και προώθησης των τεχνών και των γραμμάτων, κάτι που συνεχίστηκε και από τους απογόνους της και οδήγησε στην δημιουργία της λεγόμενης Οθωνικής Αναγέννησης. Μέσω των γνωριμιών της στην Βουργουνδία και την Λομβαρδία έθεσε την οθωνική δυναστεία σε μία τροχιά πιο εξωστρεφή και ευρύτερα ευρωπαϊκή. Μαζί με τον σύζυγό της υποστήριξε μοναστήρια και ιερές μονές που στη εποχή της, αλλά και στην εποχή της νύφης της, της Θεοφανούς του Βυζαντίου, μετατράπηκαν σε κέντρα εκπαίδευσης και „φυτώρια“ καλλιτεχνίας και φιλοσοφίας. Κατά την διάρκεια της ζωής της διατήρησε στενές σχέσεις με την Ιερά Μονή του Κλυνύ, που τότε ήταν το επίκεντρο της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης, και υποστήριξε ιδιαίτερα τους ηγούμενους Οντιλό (τιμάται 11 Μαΐου) και Μαγιόλους (τιμάται 11 Μαΐου) που αργότερα ανακηρύχθηκαν και Άγιοι από την Εκκλησία. Στήριξε επίσης πολύ το έργο της Ροσβίτα του Γκάντερσχάιμ.

Ο Όθων Α‘ πέθανε τον Μάιο του 973, στο παλάτι του Μέμφεμπεν.

Ο γιος της Όθων Β‘ στέφθηκε αυτοκράτορας αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του και, παρά το γεγονός ότι είχε παντρευτεί από το 970 την βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα, η Αγία Αδελαΐδα συνέχισε να ασκεί εξουσία για τουλάχιστον έναν χρόνο μετά την στέψη του γιου της. Αυτό σταμάτησε όταν η Θεοφανώ, όπως ήταν αναμενόμενο, αντέδρασε και διεκδίκησε την βασιλική εξουσία που δικαιωματικά της ανήκε. Αυτό οδήγησε στην εξορία της Αγίας Αδελαΐδος για περίπου δέκα χρόνια.

Το 983, πέθανε ο γιος της Όθων Β‘ και μετά από την καθοριστική παρέμβαση της Αγίας Αδελαΐδος, της Θεοφανούς και άλλων γυναικών της οικογένειας στην λεγόμενη Σύνοδο των Ισχυρών Γυναικών (985) τον διαδέχτηκε ο εγγονός της, Όθων Γ‘, υπό την αντιβασιλεία της μητέρας του, της αυτοκράτειρας Θεοφανούς. Όταν η Θεοφανώ πέθανε το 991, η Αγία Αδελαΐδα ανέλαβε την αντιβασιλεία. Παραιτήθηκε όταν ο Όθων Γ‘ κηρύχθηκε αυτοκράτορας το 995.

Η Αγία Αδελαΐδα πέθανε τελικά το 999 και ανακηρύχθηκε Αγία από την Εκκλησία λόγω του σημαντικού έργου της σχετικά με την εκκλησιαστική μεταρρύθμιση, τον εκχριστιανισμό των Σλάβων και την ανάπτυξη του θρησκευτικού πολιτισμού της Ευρώπης της εποχή της. Τμήμα από το λείψανό της φυλάσσεται σε εκκλησία στο Αννόβερο ενώ η μνήμη της τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου.

Πηγή:

http://agioi-oi-kaliteroi-mas-filoi.blogspot.com

https://agioi-oi-kaliteroi-mas-filoi.blogspot.com/2019/07/16.html

ΑΓΙΟΙ, ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΜΑΣ ΦΙΛΟΙ

<*>

Kommentar verfassen

Trage deine Daten unten ein oder klicke ein Icon um dich einzuloggen:

WordPress.com-Logo

Du kommentierst mit Deinem WordPress.com-Konto. Abmelden /  Ändern )

Google Foto

Du kommentierst mit Deinem Google-Konto. Abmelden /  Ändern )

Twitter-Bild

Du kommentierst mit Deinem Twitter-Konto. Abmelden /  Ändern )

Facebook-Foto

Du kommentierst mit Deinem Facebook-Konto. Abmelden /  Ändern )

Verbinde mit %s